Βιωματικός χορός

Echo & artis

 

 

Κάποιοι τον θεωρούν προκλητικό. Άλλοι πιστεύουν ότι είναι, ίσως, ο πλέον «χοροθεατρικός» χορογράφος. Και εκείνος, δέκα χρόνια τώρα, επιμένει να αναζητά το χορό όχι στα βήματα των χορευτών και τις καλαίσθητες πιρουέτες, αλλά εκεί όπου το ακραίο συνυπάρχει με το καθημερινό, η φαντασία με τον ρεαλισμό και το δεδομένο με την αναίρεση. Για τον Κωνσταντίνο Ρήγο, το παιχνίδι με το χορό και τις οποίες πιθανές και κάποτε αιφνιδιαστικές στην έκφρασή του αποχρώσεις, συνεχίζεται «εκεί όπου βιώνονται οι καταστάσεις». Μεθοδικά και ευφάνταστα, με παραστάσεις που μπορεί να αφήνουν άναυδο το κοινό τους αλλά δεν φοβούνται ν’ αγγίξουν το απαγορευμένο, το απρεπές, το διαφορετικό. Καλλιτεχνικός διευθυντής του Χοροθεάτρου του ΚΘΒΕ εδώ και δύο χρόνια, εσωτερικός μετανάστης, όπως ο ίδιος αγαπά να λέει, στη Θεσσαλονίκη – «μια πόλη με προσωπικότητα» - προτείνει τη δική του εκδοχή για την «Λίμνη των Κύκνων» του Τσαϊκόφσκι.

Την παρέα των χορευτών του Χοροθεάτρου, συνάντησαν έξι χορευτές της «Οκτάνας» και όλοι μαζί επιχειρούν μια νέα ανάγνωση του παραμυθιού. Κρατώντας τη δομή και τους ήχους της γνωστής όσο και αγαπημένης μουσικής σύνθεσης, η οποία συχνά μπλέκεται με σύγχρονα ροκ ακούσματα και φτηνοτράγουδα της δεκαετίας του ’50, ο Κωνσταντίνος Ρήγος με τη συνενοχή των χορευτών του, δημιουργεί ένα νέο θεματικό και σκηνικό τοπίο, αφιερωμένο «Στη μνήμη των κύκνων». Είναι μια από τις λιγοστές φορές, μετά την «Κυρία με τις καμέλιες» και τον «Κυανοπώγωνα», που ο Κωνσταντίνος Ρήγος καταπιάνεται με ένα κλασικό κείμενο. Πάει καιρός, που τον απασχολούσε η σκέψη να παρουσιάσει τη «Λίμνη των Κύκνων». Η απλή διασκευή δεν τον ενδιέφερε. Όμως η «Τρελή ευτυχία», η περσινή του παράσταση και η δουλειά του με τους χορευτές, βιωματική κυρίως, «μου άνοιξε καινούργιους ορίζοντας», που είχαν να κάνουν με την προσωπική ταυτότητα του κάθε χορευτή, τον τρόπο με τον οποίο αυτός αντιλαμβάνεται το θέμα της παράστασης και το πως τοποθετεί το σώμα και την ψυχή του μέσα σ’ αυτήν. Η κατάθεση των βιωμάτων και των εμπειριών του  καθενός, η ενεργοποίηση της μνήμης του και η συλλογή όλων αυτών των δεδομένων, με στόχο να μεταμορφωθούν σε ρόλους, έδωσε νέα πνοή στην χορευτική ομάδα. Αυτή την εμπειρία και τη γνώση θα αξιοποιήσει «Η μνήμη των κύκνων». «Ήθελα να αναδομήσω την ιστορία». Προσπάθησε να δει τι τον ενδιέφερε. Τα θέματα προς επεξεργασία πολλά… «Η μεταμόρφωση, ο εγκλωβισμός, οι ρόλοι που ο καθένας επιλέγει να παίξει. Οι ρόλοι που μας αποδίδονται μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο. Πιστεύω ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι εγκλωβισμένος σε ρόλους, αλλά και καταδικασμένος να ζει μέσα στα όρια λιμνών που περιορίζουν τις πράξεις και τις αποφάσεις του. Άλλοτε αρκείται σ’ αυτά και άλλοτε κάνει την υπέρβασή του. Μια υπέρβαση, που μπορεί και να είναι το κύκνειο άσμα του». Μέσα σε ένα λευκό, λιτό και ατμοσφαιρικό μαζί σκηνικό, έναν τόπο χωρίς όνομα και στίγμα, δεκαπέντε χορευτές «απλώνουν τη ζωή τους» μπροστά στα μάτια των θεατών, «όπως κάποιοι θα άπλωναν την μπουγάδα τους». Τόσο απλά. Αλλά και τόσο δύσκολα. Η παράσταση γεννιέται μέσα από τη διαδικασία της πρόβας. «Είναι τραγικά γελοία και τραγικά τραγική. Ένα έργο δραματικό, τελικά», μονολογεί. Ψίθυροι, σκόρπιες κουβέντες και κραυγές, λόγια που και αυτά ειπώθηκαν στην πρόβα, συνεισφέρουν στη δομή της. «Πρόκειται για έναν αποσπασματικό λόγο που έχει να κάνει με το πώς νιώθω. Όμως, πιο πολύ απ’ όλα, με ενδιαφέρει η κραυγή του χορευτή. Η κραυγή που σημαίνει: έχω όλη τη ζωή και σας τη δίνω».

Μια ταμπέλα, στο βάθος της σκηνής, θυμίζει ότι είμαστε στη «Λίμνη των Κύκνων». Μέσα από ένα μεγάλο τροχόσπιτο ξεχύνεται μια τρελή παρέα νέων ανθρώπων. Ανθρώπων – κύκνων. Είναι η παρέα των χορευτών, που θα διηγηθούν την ιστορία της «Λίμνης», έτσι όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται. Ένας κύκνος μετανάστης, μια τρελή αμερικάνα… Οι τύποι της καθημερινότητας πολλοί. Επιλέχθηκαν όλοι, από τους ίδιους, αφού πρώτα χρειάστηκε, μετά από προτροπή της σκηνοθεσίας, «να σκεφτούν, να προβληματιστούν πάνω στο έργο του Τσαϊκόφσκι, να δοκιμαστούν με τις δικές τους προσωπικές συνθήκες, είτε αφορούν στο χθες, είτε στο σήμερα και να φτιάξουν ρόλους». Ή καλύτερα να χτίσουν μια ζωή, η οποία «φορά» μονάχα το μαύρο και το λευκό. Το γκρι για τον Κωνσταντίνο Ρήγο «είναι μια μεταβατική κατάσταση χωρίς ενδιαφέρον». Αντίθετα, «το λευκό σημαίνει την αγνότητα και τη δύναμη συνάμα, τη διάθεση για υπέρβαση. Το μαύρο, το σκοτάδι, το υπόγειο και συνάμα το καταπιεσμένο. Ο διαχωρισμός της ζωής, για μένα συμβαίνει μεταξύ του μαύρου και του άσπρου». Άλλωστε, ποτέ δεν εμπιστεύεται ανθρώπους με γκρίζα ιδιοσυγκρασία. «Τους φοβάμαι, γιατί κρύβουν πράγματα». Ίσως γι’ αυτό ο ίδιος, αν και πολλές φορές έχει δεχτεί την κριτική, προτιμά την έκθεση μέσα από τις πολλαπλές εκδοχές της. Όπως αυτή του γυμνού σώματος, η οποία δεν θα λείπει ούτε από τη «Μνήμη των κύκνων». «Μεταφέρω στη σκηνή όλα όσα ζει ένας άνθρωπος στην καθημερινότητά του. Όλα όσα περιέχουν την απόλυτη ουσία του. Σ’ αυτήν ανήκει και η γύμνια του σώματος. Γιατί το σώμα φέρει επάνω του όλους τους κώδικες. Είναι ένα πολιτικό όργανο, το οποίο λέει πράγματα, δίνει ερμηνείες για την εικόνα που προσπαθεί ο καθένας μας να φτιάξει, αναιρώντας την».

Ευθύς; Ίσως. Αφοπλιστικός; Μπορεί. Όπως και να ’χει, ο Κωνσταντίνος Ρήγος αρνείται να ενδώσει στο δεδομένο και όταν του θυμίζει κανείς ότι πολλές φορές οι παραστάσεις του έχουν θεωρηθεί προκλητικές, χαμογελά αινιγματικά και λέει: «Ο χορός ως αισθητική εικόνα και μόνο ως τέτοια δεν μ’ ενδιαφέρει. Γιατί αυτό που θέλω να συνειδητοποιήσει το κοινό, είναι ότι η ζωή δεν είναι μόνο «Τρελή ευτυχία», αλλά και όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Μπολιάζουμε λοιπόν το πρόσωπό μας μ’ αυτό του συνόλου, για να γίνουμε μια ομάδα συνενόχων. Ανθρώπων που επικοινωνούν και σταδιακά οδηγούνται σε μια άλλη ανάγνωση της πραγματικότητας». Η επιλογή του, ξέρει καλά ότι έχει κόστος. Γνωρίζει ότι η δική του πρόταση για το χορό, ίσως να μην έπρεπε να είναι αποδεκτή. Όμως προτιμά να μην χαϊδεύει τις αισθήσεις. Και αντ’ αυτού, επιδεικτικά υπονομεύει το καλό και το ήρεμο, προκαλώντας έναν παρασκηνιακό διάλογο. Η πρόσκληση είναι ανοιχτή για όσους το επιθυμούν: «να κουβεντιάσουμε όλοι όσοι κάθε φορά βρισκόμαστε στη σκηνή και την πλατεία». Για μικρά και μεγάλα ζητήματα, για τις προσωπικές εμμονές μας, τους έρωτες και τις ανησυχίες μας, για τις αισθήσεις και τα αισθήματά μας. «Θέλω να βγαίνει κάτι το πολύ προσωπικό μέσα από τις παραστάσεις. Αλλιώς δεν με ενδιαφέρουν… Κάποιοι θα το αγαπήσουν, κάποιοι άλλοι όχι». Ο Κωνσταντίνος Ρήγος μοιάζει να μη νοιάζεται ιδιαίτερα για το προφίλ του. Λέει αυτά που σκέφτεται χωρίς περιστροφές και καθωσπρεπισμούς. «Τα ίδια πράγματα που ζητώ από τη ζωή, ζητώ και από τη δουλειά μου. Έχω ξεφύγει από τα στενά όρια του χορού, έτσι όπως τον ορίζαμε κάποτε. Για μένα ο χορός είναι μια πολιτική θέση, από την οποία είσαι υποχρεωμένος να εκφράσεις αυτά που αισθάνεσαι, να μιλήσεις γι’ αυτά που αισθάνεσαι, να μιλήσεις γι’ αυτά που βιώνεις». Η «Μνήμη των κύκνων» τολμηρή και διάφανη φαίνεται έτοιμη να τον δικαιώσει.