Αιρετικός με στυλ

Κάτι τρέχει

Ταχυδρόμος

του Άρη Βασιλειάδη

 

Η ηρεμία του ξεγελάει. Όπως και οι χορογραφίες του που, ενώ όλα δείχνουν υπό έλεγχο, σε κάθε σκηνή παραμονεύει μια υπόγεια ανατροπή. Σαν και αυτή της «Μνήμης των Κύκνων».

Τράβηξε την προσοχή μας από την πρώτη στιγμή. Αφού μοίρασε το χρόνο του ανάμεσα στο χορό και στα όνειρα, ξεκίνησε περισσότερο ανακαλύπτοντας παρά προγραμματίζοντας. Όπως και στις χορογραφίες του, όλα ήταν ανάμεικτα. Εκτός από την απόφασή του να αφοσιωθεί σε αυτό που διάλεξε και τον ξεστράτισε – οριστικά – από τον «ίσιο δρόμο» του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής. Άρχισε το χορό αργά, στα 23 του. Μέχρι τότε προτιμούσε να αφήνεται στους ήχους της ντίσκο και της ροκ. Ελληνικά, ούτε για αστείο. Και επιπλέον δεν του έφτανε να χορεύει, ήθελε και να χορογραφεί. Θέλοντας μάλιστα να χωρέσει στα σχέδια του και άλλους χορευτές. Έτσι ίδρυσε το 1990 το Χοροθέατρο «Οκτάνα», εμπνεόμενος από το ομότιτλο ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου. «Ουσιαστικά η “Οκτάνα” συμβολίζει την κίνηση, τη φρεσκάδα, τον έρωτα αλλά και τη διατήρηση της νεότητας». Μετά από τρία χρόνια στην Κρατική Σχολή Χορού ένιωσε έτοιμος. Και συνέπλευσε με τις μοντέρνες τάσεις της εποχής. Το κλασικό μπαλέτο το απέρριψε από την αρχή. «Έχει αξία μόνο από συγκλονιστικούς ερμηνευτές με φινέτσα και ευγένεια, διαφορετικά είναι ένα μουσειακό είδος που τις περισσότερες φορές καταντάει “κιτς”». Προτίμησε το δικό του δρόμο, όχι πάντα με σιγουριά. «Βλέποντας τις πρώτες μου παραστάσεις, δεν είναι λίγες οι φορές που γελάω. Αλλά σιγά-σιγά έμαθα και την τέχνη μου και εμένα. “Διάβαζα” τον εαυτό μου και ανακάλυπτα την αξία της κίνησης». Παρουσίασε τη δουλειά του από περιφερειακά θέατρα και κλαμπ μέχρι το Μέγαρο Μουσικής. «Εγώ όμως θέλησα το περιθωριακό να το φέρω στις μεγάλες σκηνές». Αυτό, άλλωστε, του ζήτησαν και στο Χοροθέατρο του ΚΘΒΕ, όπου είναι καλλιτεχνικός υπεύθυνος της ομάδας, αλλά διδάσκει και κίνηση στη σχολή. Στη Θεσσαλονίκη, όπου μετακόμισε πλέον, πρωτοπαίχτηκε πριν λίγους μήνες «Η μνήμη των κύκνων» σε σκηνοθεσία και χορογραφία δικές του. «6.500 θεατές σε 15 παραστάσεις. Το αγκάλιασε η πόλη. Ήμασταν σαν ένα μεγάλο ρέιβ πάρτι». Και οι γυμνές σκηνές που τον χαρακτηρίζουν; «Το γυμνό για μένα», λέει, «δεν έχει να κάνει με την αισθητική δεν είναι πρόκληση, αλλά κάτι φυσιολογικό και με ενοχλεί μόνο όταν στέκονται σε αυτό και χάνουν το έργο. Ο χορός είναι η απόλυτη διέξοδος και τα χωράει όλα. Και κυρίως τις αντιθέσεις και τις ανατροπές, γιατί τελικά έτσι παράγεται σπινθήρας». «Η μνήμη των κύκνων» δεν έχει αφήγηση, δεν έχει ιστορία. «Είναι ένας ιστός για το τσίρκο της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τη συνύπαρξη της τραγικότητας και της γελοιότητας». Βέβαια, το έργο βασίζεται στη γνωστή «Λίμνη των κύκνων». «Διάλεξα αυτό το έργο γιατί πιο εύκολα γίνεσαι αιρετικός και ανατρεπτικός σε ένα κλασικό και αναγνωρίσιμο έργο. Το δύσκολο βέβαια είναι να διατηρήσεις το σεβασμό απέναντι του». Και να τον δείξεις.