Κωνσταντίνος Ρήγος

Κυριακάτικη, 30 Ιουλίου 2000

 

«Ασχολήθηκα με το χορό απλά γιατί μου άρεσε» λέει ο Κωνσταντίνος Ρήγος. Και, εξίσου απλά, συνεχίζει και σήμερα την ενασχόλησή του με την τέχνη του: χωρίς υπερβολική αυτοσυγκράτηση αλλά με διασκέδαση, εξόδους και ισχυρές δόσεις καλής ζωής.

Μεγαλώνει σε μια τυπική μέση ελληνική οικογένεια και στα 18 του μπαίνει στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσει οικονομικά. Δύο χρόνια μετά, τα παρατάει ξαφνικά για να ασχοληθεί με το χορό, αλλά επειδή του κάνει κέφι. Χωρίς να είναι γυμνασμένος, αφού στο σχολείο απέφευγε συστηματικά τη γυμναστική, και με οικογενειακές καταβολές εντελώς άσχετες, ο Κωνσταντίνος Ρήγος κλείνει πονηρά το μάτι στο σύμπαν που συνωμότησε για λογαριασμό του και ξεκινάει να κάνει αυτό που πραγματικά θέλει.

Κι έτσι απλά παίρνει μέρος σε ένα διαγωνισμό χορογραφίας και από το πουθενά φτάνει στους τελικούς. «Βραβείο δεν πήραμε εκείνη τη χρονιά», λέει ο Κωνσταντίνος, «αλλά το ότι μπήκαμε στους τελικούς ήταν αρκετό. Μοιραία, εν μια νυκτί, αποφάσισα ότι αυτός ήταν ο κόσμος που ήθελα να εξερευνήσω».

Η εξερεύνηση ξεκινάει με μαθήματα χορού σε ιδιωτικές σχολές και την επόμενη χρονιά στον ίδιο διαγωνισμό κερδίζει το δεύτερο βραβείο. Τότε τον ξεχωρίζει η Ζωή Νικολούδη και του προτείνει να δώσει εξετάσεις στην Εθνική Κρατική Σχολή Χορού, όπου επιτυγχάνει. «Η πρώτη χρονιά ήταν εξαιρετικά δύσκολη», θυμάται. «Κάθε βράδυ “πέθαινα” από τις κράμπες και τους πόνους. Ένα σώμα που δεν είχε μάθει να κινείται αντισυμβατικά, έπρεπε να κάνει πράγματα που συνήθως “χτίζονται” σε μικρότερη ηλικία».

Στα χρόνια της μαθητείας του Κωνσταντίνου στην κρατική σχολή χορού δημιουργείται η ομάδα «Οκτάνα» και ο χορός γίνεται το όχημα για να ασχοληθεί με τη χορογραφία. «Αυτό είναι που κυρίως με ενδιέφερε και νομίζω ότι είναι και το πιο δημιουργικό κομμάτι». Η ουσιαστική δουλειά της «Οκτάνας» αρχίζει από το ’93 και μετά με τους «Γάμους του Στραβίνσκι», για να ακολουθήσει μετά το «Δάφνις και Χλόη», το «Ξενοδοχείο Ορφέας», ο «Ίκαρος», το «Ρινγκ».

Από πού ξεκινά η έμπνευση μιας χορογραφίας; Για τον Κωνσταντίνο «μπορεί να ξεκινήσει από μία μουσική, από ένα θέμα, μια ιδέα. Ακόμη και όταν κάθομαι στη θάλασσα και κοιτάζω γύρω μου, σκέφτομαι πως όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν κίνηση. Ο χορός είναι μια αρχέγονη γλώσσα. Είναι η γλώσσα του σώματος που μπορεί να μιλήσει σε όλους τους ανθρώπους».

Σε μια χώρα που δεν έχει ούτε μεγάλη παράδοση ούτε υποδομή στο χορό, τι μέλλον μπορεί να έχει ένας νέος άνθρωπος που μπαίνει σε αυτό το χώρο; «Αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα, ζούμε μια άνοιξη του χορού» μας πληροφορεί ο Κωνσταντίνος: «Υπάρχουν άνθρωποι που ασχολούνται συστηματικά με το αντικείμενο και κάνουν σοβαρή δουλειά. Αυτό που λείπει είναι μια συστηματική πολιτική. Προς το παρόν κυριαρχεί μια ρευστότητα».

Ο Κωνσταντίνος σαφέστατα επιθυμεί ένα πλαίσιο λειτουργίας της τέχνης του, αλλά παραδέχεται ότι «πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλες συνθήκες. Ένας μηχανισμός που να μπορεί να προωθεί τις δουλειές που αξίζουν και στο εξωτερικό. Πιστεύω, όμως, πως αν σου αρέσει κάτι, δεν σε πτοεί τίποτε. Νιώθω τυχερός που μπορώ να ζω από το χορό, χωρίς να χρειάζεται να κάνω οτιδήποτε άλλο και χωρίς να έχω τα περιουσιακά στοιχεία που θα μου έδιναν την πολυτέλεια να κάνω αυτή τη δουλειά από χόμπι».

Εξακολουθεί ο κόσμος να έχει προκαταλήψεις απέναντι στους χορευτές; «Μια φορά…», λέει ο Κωνσταντίνος, «μπήκα σε ένα ταξί κι όταν είπα στον ταξιτζή ότι είμαι χορογράφος μου είπε: “Τυχεράκια, πιάνεις τα κωλαράκια των χορευτριών!” Εντάξει, υπάρχουν προκαταλήψεις πολλών ειδών, αλλά οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να ξέρουν και εύκολα παρεξηγούν. Εγώ θα συμβούλευα τα αγόρια να ασχοληθούν με το χορό κι είναι σίγουρο ότι για αρκετά χρόνια θα έχουν δουλειά. Οι άντρες χορευτές έχουν μηδέν ανεργία».

Και τα κορίτσια; «Τα κορίτσια θα πρέπει να το πάρουν απόφαση ότι θα στερηθούν πολλά πράγματα. Δυστυχώς, επειδή είναι πάρα πολλές οι γυναίκες χορεύτριες είναι καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, να ασχοληθούν μόνον αυτές που πραγματικά πιστεύουν ότι έχουν ταλέντα».

Αλλά τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια ο χορός φαίνεται να έχει ημερομηνία λήξης. Η άποψη του Κωνσταντίνου: «Μπορεί τα 40 να είναι μια οριακή ηλικία για ένα χορευτή, όμως τα όρια διαρκώς ανεβαίνουν. Υπάρχουν πολύ γνωστές ομάδες χορού αυτή τη στιγμή, όπως της Pina Baush, όπου οι χορευτές είναι πάνω από 35-36 χρονών. Άλλωστε, έπειτα από μια ηλικία μπορείς να ασχοληθείς με άλλα πράγματα».

Τέλος, για όσους φαντάζονται ότι η καθημερινότητα ενός χορευτή είναι ασκητική, με διαρκή άσκηση, θυσίες και αυτοσυγκράτηση, ο Κωνσταντίνος αναλαμβάνει να καταρρίψει το μύθο. «Η ζωή είναι ωραία και μου αρέσει να τη ζω στα όριά της. Τώρα είμαι σε διακοπές. Διασκεδάζω, βγαίνω, πίνω κι όταν έρθει η ώρα να τα ελαττώσω όλα αυτά, το κάνω χωρίς πρόβλημα γιατί δεν στερούμαι τίποτε που θα μπορούσε να με κάνει να νιώθω ωραία». Για να προσθέσει στο φινάλε της κουβέντας του, με ένα ελαφρό μειδίαμα: «Πρέπει να ξέρεις, άλλωστε, ότι δεν φημίζομαι για την αυτοσυγκράτησή μου…».