ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΗΓΟΣ - ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ

Κωνσταντίνος Ρήγος – Ελεύθερος Πολιορκημένος

Του Θοδωρή Αντωνόπουλου

Βημαdonna

 

Ύστερα από μια επιτυχημένη θητεία στο ΚΘΒΕ, ο ιδρυτής της χορευτικής ομάδας Οκτάνα επιστρέφει στην Αθήνα με ακόμη πιο ρηξικέλευθες ιδέες. Ποιος άλλος καλλιτέχνης μπορεί να συνδυάζει αβανγκάρντ χοροθέατρο, εικαστικές αναζητήσεις, Διονύσιο Σολωμό και Πέγκυ Ζήνα.

Είναι ένας από τους κορυφαίους χορευτές – χορογράφους μας με διεθνή προβολή. Ζεστός, αυθόρμητος, ευσυγκίνητος («όποτε βλέπω δράματα στο σινεμά χύνω μαύρο δάκρυ»), διαθέτει περίσσευμα από χιούμορ, κυκλοφορεί με Smart, ντύνεται γουστόζικα αλλά ανεπιτήδευτα, έχει έφεση στο μαύρο χρώμα και είναι πάντα έτοιμος για σκανταλιές. Θα τον έλεγες «αιώνιο έφηβο». Και θα το χαιρόταν. Τολμάει άλλωστε πράγματα που άλλοι στη θέση του θα θεωρούσαν τουλάχιστον παρακινδυνευμένα.

Ξεκινήσαμε με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», που ανεβάζει τον Μάιο στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Μεσολόγγι, Ελληνική Επανάσταση… Πώς προέκυψε κάτι τέτοιο; Είναι ένα δύσκολο, μελαγχολικό και βαθιά ρομαντικό έργο το οποίο «ο Διονύσιος Σολωμός δεν κατάφερε να τελειώσει ποτέ». Είναι επίσης ένα έργο διαχρονικό: «Όλοι μας σήμερα βιώνουμε μια καθημερινή πολιορκία. Είτε ως άτομα είτε ως κοινωνίες είτε ως πλανήτης. Μίση, ανισότητες, φανατισμοί, καταναγκασμοί, παρακολουθήσεις… Πόσο στα αλήθεια ελεύθεροι είμαστε;». Αναζητούσε μια ελληνική γραφή που να αποδίδει αυτό το κλίμα. Αντιλαμβάνεται βεβαίως το ρίσκο. «Κάποιοι μπορεί να με διαγράψουν. Θα δείξει. Γεγονός είναι ότι παίρνω θέση. Δεν ανεβάζεις ένα τέτοιο έργο για πλάκα. Και δεν το φτιάχνουμε ώστε να χαϊδεύει τον θεατή». Στόχος του είναι να παρουσιάσει τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» ως ένα σύγχρονο, πολιτικοποιημένο, εναλλακτικό ροκ ρέκβιεμ που να θυμίζει περισσότερο μπαλάντα παρά εμβατήριο. «Η ηρωική για εμάς έξοδος του Μεσολογγίου ήταν μια πράξη αξιοπρέπειας την οποία υπαγόρευε η αναγκαιότητα. Οι πρωταγωνιστές της επέλεξαν να γράψουν οι ίδιοι τη μοίρα τους, ακριβώς όπως οι άνθρωποι που πηδούσαν από τα παράθυρα των Διδύμων Πύργων την 11η Σεπτεμβρίου 2001» λέει, προσθέτοντας ότι η παράσταση είναι γι’ αυτόν οριακή. Τόσο για τα νοήματά της όσο και για το γεγονός ότι με αυτήν αποχαιρετά το ΚΘΒΕ, που διηύθυνε τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Πώς την έζησε τη Θεσσαλονίκη αυτό το διάστημα; Του άρεσαν πολύ και η πόλη και οι άνθρωποι. Συνάντησε μεγάλη ανταπόκριση, ειδικά από τους νέους. «Δυστυχώς, πολλοί από εκείνους που ορίζουν σήμερα τις τύχες της Θεσσαλονίκης καλλιεργούν μια οπισθοδρόμηση και μια μιζέρια». Είναι πάντως πεπεισμένος πως αν η πόλη είχε αμμουδιά και όχι προκυμαία, αν τα καλοκαίρια μετατρεπόταν σε λουτρόπολη αντί για πρωτεύουσα του φραπέ, οι κάτοικοί της θα ήταν πιο ανοιχτοί, πιο ερωτικοί.

Επιστροφή, λοιπόν, στην Αθήνα. «Επιστροφή στην ελευθερία του να δουλεύεις με μια ανεξάρτητη ομάδα όπως η Οκτάνα. Ξαναμπαίνουμε στον στίβο εξ αρχής ψάχνοντας χώρους, επιχορηγήσεις… Μοιάζει βέβαια αστείο να ζητιανεύουμε χρήματα από την Πολιτεία με τέτοια καριέρα πίσω μας, αλλά δυστυχώς έτσι συμβαίνει». Δεν του αρέσει να κριτικάρει, στην Ελλάδα όμως θεσμοί, πρόσωπα και θέσεις συνιστούν ένα περίεργο κουβάρι. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη πολιτική για τον πολιτισμό γενικότερα – πόσο μάλλον για το χοροθέατρο. Θεωρεί ότι από τα πολιτιστικά μας δρώμενα απουσιάζουν η πρωτοτυπία, η τόλμη, το ρίσκο: «Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε θεάματα εκ του ασφαλούς. Στο “γιούχου” είμαστε πρώτοι, όταν όμως κανείς πάει να περάσει τη γραμμή γίνεται σούσουρο. Έτσι λοιπόν κάθε καλλιτέχνης προσπαθεί να κατασκευάσει μια εικόνα αγίου, ώστε να είναι και αυτός και το κοινό του ευχαριστημένοι» καταλήγει.

Καθώς μιλάμε παρατηρώ τις κινήσεις του. Είναι κοφτές, ανάλαφρες, παιγνιώδεις, σαν να χορεύει – και ας είναι καθιστός. Η αίσθηση του ρυθμού χαρακτηρίζει και τον λόγο του. Όσο για τη δουλειά του αυτή χορεύει σε νότες ροκ-εν-ρολ, electro αλλά και λαϊκές. Αιφνιδίασε τους πάντες αναλαμβάνοντας την εφετινή σεζόν καλλιτεχνικός διευθυντής του σόου της Πέγκυς Ζήνα. Πώς αποφάσισε κάτι τέτοιο; «Δεν υπηρετώ κανένα προφίλ. Δεν χρειάζεται να αποδείξω τίποτε πουθενά! Μου το πρότειναν και δέχτηκα, διότι ήθελα να δοκιμαστώ σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν γνώρισα την Πέγκυ τη λάτρεψα. Διαθέτει καλοσύνη, αξιοσύνη και γενναιοδωρία σε έναν χώρο όπου τέτοιες αρετές σπανίζουν». Ανέκαθεν άλλωστε τον χαρακτήριζε το απρόσμενο. «Απρόσμενη» θεωρεί και την καριέρα του στο χοροθέατρο. Σύχναζε από μικρός στις ντίσκο, είχε μάλιστα κερδίσει και σε διαγωνισμούς. Ωστόσο τον χορό τον ξεκίνησε ως αστείο. Και κατέληξε να ζει από αυτόν. Απέκτησε φήμη, κέρδισε χρήματα, συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα και θεσμούς (Λαζάνης, Κουγιουμτζής, Λαζόπουλος, Διαμαντής, Νικολαΐδης, Μέγαρο Μουσικής, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ΚΘΒΕ κ.ά.), γύρισε τον μισό κόσμο. «Αν μια παράσταση αρέσει εξ αρχής, αρέσει παντού» τονίζει. Όσο για την παράσταση που ετοιμάζει εφέτος η Οκτάνα στην Αθήνα, αυτή θα είναι το σίκουελ της βραβευμένης «Τρελής Ευτυχίας». Πολυπράγμων, εντρυφεί τελευταίως και στα εικαστικά. Έχει ήδη συμμετάσχει σε τέσσερις εκθέσεις με βιντεοεγκαταστάσεις-περφόρμανς. Εικαστική δουλειά του θα δούμε τον Μάιο στην γκαλερί Α. Αντωνόπουλου Art και τον Οκτώβριο στην Πάτρα, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.

Είναι ένα από τα λίγα δημόσια πρόσωπα που ουδέποτε έκρυψαν τον διαφορετικό ερωτικό προσανατολισμό τους. «Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να δηλώνει κανείς τι είναι και τι κάνει. Ούτε όμως να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του. Να είναι με τον τρόπο του ελεύθερος» σημειώνει. Αισθάνεται πολύ καλά με τη ζωή του, με τον εαυτό του, με το σώμα του – «και ας μην είναι τέλειο». Πάντως, δεν χάνει ευκαιρία να βγαίνει στη σκηνή ή να φωτογραφίζεται γυμνός, τον πειράζω. «Ναι, έχω χιλιάδες γυμνές φωτογραφίες μου. Αφού σκέφτομαι κάποια στιγμή να τις εκδώσω σε άλμπουμ!».