Σχεδίασμα ανελευθερίας Ο άναρθρος λόγος του σώματος

 

 Η νέα παράσταση του Κωνσταντίνου Ρήγου, το Σχεδίασμα Β, σηματοδοτεί την επιστροφή του στην ΟΚΤΑΝΑ, μετά από τέσσερα χρόνια στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Χοροθεάτρου του Κ.Θ.Β.Ε. Το Σχεδίασμα Β αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που ξεκίνησε με τους Ελεύθερους πολιορκημένους (Κ.Θ.Β.Ε. – 2006) και η οποία εμπνέεται από το ομότιτλο ποίημα του Σολωμού.

Η πορεία του Ρήγου είναι κάθε άλλο παρά γραμμική και σηματοδοτείται από ανατροπές και αντιφάσεις. Το χορογραφικό του ιδίωμα ξεκινάει από έναν sui generis νεοκλασικισμό, για να καταλήξει, κρατώντας όμως πάντα στοιχεία της κλασικής φόρμας, στην αποδόμησή της, ή ακόμη και στην υπονόμευση της ίδιας της ιδέας του χορού. Ενώ στις πρώτες του παραστάσεις ακολουθούσε μία κλασική αφηγηματική δομή, βασισμένη στο μύθο, σταδιακά οδηγήθηκε προς μία απελευθέρωση από τη γραμμική αφήγηση, χάριν της αποσπασματικότητας.  Με την Τρελλή ευτυχία (2000) και τον Ταξιδιώτης του χειμώνα (2003), η δουλειά του εγκαταλείπει οριστικά τον σύμπαν του μύθου, για να περάσει σε αυτό της κατάστασης, όπου η αφηγηματική δομή εξελίσσεται σε χαοτική. Ο χώρος παύει να αναπαριστά και οι χορευτές να έχουν ρόλους, καθώς όλα τα στοιχεία της παράστασης οδεύουν προς έναν απρόσωπο και αφαιρετικό χαρακτήρα, υπονομευτικά οικουμενικό.

Το Σχεδίασμα Β είναι μια παράσταση που δομείται πάνω σε ανταγωνιστικές αντιθέσεις, αντίστοιχες του έργου του Σολωμού και της Ρομαντικής παράδοσης, στην οποία ο Ρήγος επανέρχεται διαρκώς στις τελευταίες παραστάσεις του. Είναι ωστόσο εδώ η πρώτη φορά που συνδιαλέγεται με ένα κείμενο. Η αντίφαση που ενυπάρχει στον τίτλο των Ελεύθερων πολιορκημένων βρίσκεται στο κέντρο της προβληματικής της παράστασης:η ελευθερία και η στέρησή της, η απεραντοσύνη της φύσης και ο εγκλεισμός, η ελεύθερη και η κατευθυνόμενη βούληση, το όνειρο της ελευθερίας που μετατρέπεται στον εφιάλτη της, η δύναμη και η εξάντληση, γίνονται τα ερεθίσματα για την υπονομευτική εικονοπλασία και το μεταιχμιακό λυρισμό του χορογράφου. Ο εγκλωβισμός (σε χώρους, σε σκέψεις ή συναισθήματα) είναι η επικρατούσα εικόνα της παράστασης. Ο χώρος αντιπροσωπεύει έναν κόσμο που, εγκλωβισμένος, καταρρέει και από όπου η ομορφιά έχει εξοβελιστεί.

Η αγωνία του ποιητή να βρει τη σωστή λέξη, που καταλήγει στα χαοτικά σχεδιάσματα, αντιστοιχεί, στην παράσταση, σε μία ασχημάτιστη και ανολοκλήρωτη κίνηση, η οποία μέσα από εξάρσεις και οριακές φυσικές αντιδράσεις (πνιγμός, κραυγή, εμετός, αυτοτιμωρία), οδηγεί στην εκφορά ενός άναρθρου σωματικού λόγου. Μέσω της κίνησης οι χορευτές επιχειρούν, ανεπιτυχώς, να βρουν μια φωνή που θα τους επιτρέψει να βγουν από τον εγκλωβισμό τους.

Η πτώση και η κατάρρευση, είναι ίσως τα βασικότερα κινησιολογικά μοτίβα στο χορογραφικό λεξιλόγιο του Ρήγου. Εδώ συναρθρώνονται με την δύναμη που ενυπάρχει στην ύστατη προσπάθεια πριν την οριστική πτώση και με την ακινησία, αποτέλεσμα της πείνας και της εξάντλησης (έννοιες που αποτέλεσαν βασικούς άξονες στους αυτοσχεδιασμούς κατά τη διάρκεια των προβών).

Η δομή της παράστασης ακολουθεί τον διάσπαρτο χαρακτήρα των σχεδιασμάτων του Σολωμού, αλλά και το μοντέλο του μανιφέστου. Είναι ίσως η πιο ευθέως πολιτική από τις παραστάσεις του Ρήγου, καθώς συνδιαλέγεται με τις συμβάσεις της πολιτικής έκφρασης, της διαμαρτυρίας, της αντίστασης, της βίαιης εξέγερσης. Το εθνικό φαντασιακό γίνεται το υλικό μιας σκηνικής πανδαισίας, όπου το παρελθόν συναντάται με το μέλλον του.

 

Αλέξανδρος Ευκλείδης