Στροβιλισμοί επιτυχίας

Ταχυδρόμος

από τον Σάκη Δημητρακόπουλο

 

            Πηδώντας με ευελιξία αίλουρου από το προκλητικό και εκκεντρικό στο εμπνευσμένα μαζικό, ο Κωνσταντίνος Ρήγος κατάφερε μέσα σε χρόνο-ρεκόρ να προβιβαστεί σ’ ένα από τα αναγνωρίσιμα πρόσωπα της ελληνικής σκηνής μοντέρνου χορού. Είναι λοιπόν η καταλληλότερη στιγμή να μοιραστεί την «τρελή ευτυχία» του μαζί μας.

            Η πρώτη σκέψη του ήταν να δημιουργήσει μια ιστορία βασισμένη σε ένα πάρτι, όπου θα παρευρίσκονταν οι γόνοι όλων των επωνύμων οικογενειών της αρχαιότητας. Μια ιστορία βασισμένη στη δύσκολη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα νέων, οι οποίοι δεν άντεχαν το βάρος της φήμης των γονιών τους. Στην πορεία αντιλήφθηκε ότι αυτή η διαδικασία είναι βαριά για όλους και ίσως λίγο περισσότερο για τους κοινούς θνητούς. «Η “Τρελή ευτυχία” μιλά για όσα δεν μπορούμε να κάνουμε ως ενήλικοι και τα οποία μπορούσαμε με υπερβολική άνεση να πράξουμε όταν ήμασταν μικροί, αλλά είχαμε ως άλλοθι την παιδική ηλικία μας. Μιλά για τις ζωές καθημερινών ανθρώπων, ακόμη και των χορευτών, αν θέλετε, οι οποίες αξίζουν όσο και των πιο διάσημων αυτού του κόσμου». Και είναι αυτές οι μικρές αλήθειες, με τις οποίες καταπιανόταν πάντα ο Ρήγος, από την αρχή ακόμη και της δημιουργίας της ομάδας του, της «Οκτάνας», πριν από δέκα χρόνια.

            Μετά από μια μίνι περιοδεία σε Ελλάδα και εξωτερικό της παράστασης του
«Ρινγκ», φέτος ο Κωνσταντίνος παρουσιάζει «για πρώτη φορά μια δουλειά που δεν βασίζεται σε κάποιο σενάριο που επινόησα. Είναι μια παράσταση που δεν έχει ανάγκη από φτιασίδια αλλά από τους χορευτές της και τις ερμηνείες τους. Ο κόσμος άλλωστε που έρχεται να μας δει έρχεται κυρίως για να δει χορό. Μπορεί κάποιες φορές η μουσική ή τα κοστούμια να υπερτερούν φαινομενικά του χορού, όμως η κίνηση είναι ο “κράχτης” μας». Η πορεία της «Οκτάνας» έχει να αποκαλύψει ουκ ολίγες επιτυχίες: μεταξύ άλλων, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Χορού (1996) για τις «5 εποχές», το ίδιο βραβείο μία χρονιά νωρίτερα για το «Δάφνις και Χλόη» και βεβαίως το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» στον ίδιο το 1997. Ο οποίος όσο εκκεντρικός και αν φαίνεται στη σκηνή άλλο τόσο φιλόδοξος είναι στη ζωή: «θεωρώ ότι κάνουμε καλή δουλειά σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν συναγωνίζομαι “ιερά τέρατα” όπως η Πίνα Μπάους, για παράδειγμα, όμως είμαι μόνο 33 ετών και νομίζω ότι σε σχέση με τους συναδέλφους μου στο εξωτερικό δεν υστερώ σε τίποτα. Πολλοί με ρωτούν, επίσης, αν θέλω να γίνω ο σπουδαιότερος χορογράφος του 21ου αιώνα και απαντώ “βεβαίως, μόνο που αυτό θα το ξέρω το 2050”».

            Σε όσους θεωρούν ότι ο χορός είναι μια δύσκολη στην ερμηνεία της τέχνη ο Κωνσταντίνος Ρήγος δείχνει, τουλάχιστον, να αντιλαμβάνεται τη δυσκολία: «Το βασικό σε μια παράσταση δεν είναι το πόσα θα αντιληφθεί κανείς αλλά κατά πόσο έχει συντελεστεί κάποια επικοινωνία μεταξύ κοινού και θεατή. Γι’ αυτό το λόγο το θεωρώ σωστό όταν κάποιος φεύγει στη μέση μιας παράστασης. Είναι μια κίνηση που φανερώνει υγεία – αν μη τι άλλο –, μια διαφωνία».

            Όχι βεβαίως ότι όλα κύλησαν ανέφελα αυτά τα δέκα χρόνια. Ως γνωστόν, ο χορός και δη το χοροθέατρο δεν είναι μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές τέχνης και τα χρήματα που διατίθενται γι’ αυτό το λόγο είναι ελάχιστα. Για το 2001 η επιχορήγηση από το υπουργείο Πολιτισμού είναι 20 εκατ. δραχμές. «Δεν παύει να είναι μια σημαντική βοήθεια, όμως, εάν βάλουμε τα νούμερα κάτω, μια αξιοπρεπής παράσταση κοστίζει στην τελική μορφή της περί τα 40 εκατ. Θα ήθελα πολύ η κατάσταση να είναι αντίστοιχη αυτής των μεγάλων πόλεων της Δυτικής Ευρώπης».

            Επειδή είναι από τη φύση του αισιόδοξος, δεν παραπονιέται, μόνο που θα ήθελε να κάνει περισσότερα γιατί θεωρεί την τέχνη του «ιερή». Άλλωστε, απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε, ο χορός δεν καλύπτει μόνο τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες αλλά και τις βιοποριστικές του ανάγκες.

            Για να επανέλθουμε στην «Τρελή ευτυχία», πολλοί μπορεί να πουν ότι για μια ακόμη φορά ο Ρήγος φανερώνει απροκάλυπτα τα σώματα των χορευτών του. Και η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει αυτή τη συνεχή τάση του να γυμνώνεται επί σκηνής. «Όσα χρόνια υπάρχει η ομάδα, υπάρχει και το γυμνό σε αυτήν. Ας το πάρουμε απόφαση ότι αποτελεί μέρος της αισθητικής της ομάδας, όπως μέρος της αισθητικής μας είναι ο σαρκασμός, η έντονη κίνηση ή η αποδόμηση. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει κάθε φορά να δικαιολογούμαι. Δεν πιστεύω ότι είμαι επιδειξίας, γιατί πολύ απλά δεν θα με είχαν ακολουθήσει τόσα χρόνια οι χορευτές μου. Και, πίστεψέ με, τους έχω γδύσει όλους».