Οι μνήμες της αθωότητας

Βήμαgazino, Το Βήμα 16 Ιανουαρίου 2001

της Ελένης Πυργιώτη

 

Οι δηλώσεις.

«Εγώ σαν παιδί δεν ήθελα να γίνω κάτι, για μένα ο χρόνος τελείωνε στο παρόν, δεν υπήρχε μέλλον». «Εγώ μικρός νόμιζα διαρκώς ότι κάτι μου κρυβόταν, πιθανόν ολόκληρη η πραγματικότητα. Πίστευα ότι μεγαλώνοντας θα ξυπνούσα από ένα όνειρο». «Εγώ είμαι αδιάφορος τύπος, μικρός δεν είχα την αίσθηση ότι κάτι με ενοχλεί. Πήγαινα με το ζόρι στο σχολείο, δεν είχα φίλους, είχα εκατοντάδες παιχνίδια που δεν τα έπαιζα, ήθελα να μένω στο σπίτι άπραγος και να βλέπω τηλεόραση». Αυτές είναι κάποιες από τις σκέψεις που έκαναν παιδιά οι χορευτές της παράστασης «Τρελή ευτυχία». Ποια είναι η ατάκα του χορογράφου Κωνσταντίνου Ρήγου; Η τελευταία. «Μου άρεσε πολύ όμως» παραδέχεται «να φτιάχνω ιστορίες με τα Playmobil και τρομερά σενάρια που παίζαμε με τα ξαδέλφια μου. Φρόντιζα σ’ αυτά ο ξάδελφός μου να πεθαίνει γρήγορα για να μένω μόνος με την ξαδέλφη μου και να συνεχίζουμε οι δυο μας ως το τέλος. Ήμουν ήσυχο παιδί». Και έτσι όταν ρωτώ «τι είναι για σένα η ευτυχία;» ο Κωνσταντίνος απαντά χωρίς να το σκεφτεί: «Να μπορείς να είσαι ήσυχος, να έχεις στιγμές σαν να γελάς από μέσα σου…».

Τα αντικείμενα.

Στη – λιτή – παράσταση στο θέατρο Θησείον οι συντελεστές δεν εμφανίζονται γυμνοί, αλλά ντυμένοι, όπως θα τους έβρισκε κανείς στο σπίτι τους. Στη σκηνή συμμετέχουν ελάχιστα αντικείμενα. Μια καρέκλα, ένα στρώμα, ένα πορτατίφ, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν διαλέχτηκαν τυχαία, έχουν όλα άμεση σχέση με τις παιδικές μνήμες. Το φως και το σκοτάδι, ο ύπνος, οι γιορτές… αποκτούν μαγικές, απροσδιόριστες διαστάσεις όταν είσαι παιδί. Βέβαια, στην «Τρελή ευτυχία» οι χορευτές δεν είναι πια παιδιά. Έτσι και η (ανα)παράσταση εδώ έχει κάτι το γκροτέσκο, τα ισχυρά στοιχεία τονίζονται, η μνήμη άλλα τα αναιρεί και άλλα τα μεγεθύνει: «Όλο το έργο έχει βγει από τις ιστορίες μας» συνεχίζει ο Ρήγος «καθένας μας διάλεξε κάτι που να έχει μια αναφορά σε αυτό που ήταν, χωρίς να πρόκειται για συνολική συμπεριφορά, αλλά για κάποιες στιγμές. Εγώ επέλεξα να είμαι κακό παιδί, ενώ ποτέ δεν ήμουν…».

Τα συμπεράσματα.

Μήπως αυτός είναι ο τρόπος για να αγγίξεις τη φευγαλέα ευτυχία; Να πραγματοποιήσεις ξανά για λίγο τα παιδικά σου απωθημένα; Σαν να ακούει τις σκέψεις μου ο σκηνοθέτης και χορογράφος της παράστασης δηλώνει: «Στην παράσταση εμφανίζονται έξι χορευτές και ένας ηθοποιός που δεν μιλά, αλλά ζει κι αυτός μέσα στο σπίτι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κάτι σαν κατοικίδιο». Ταιριαστό δεν είναι; Ποιο παιδί δεν έχει βασανίσει ή δεν έχει παραστεί στην ομαδική ταλαιπωρία ενός οικόσιτου ζώου. Πάνω του δεν ξεσπάς όλη την καταπίεση που υφίστασαι από τους μεγάλους; Πώς όμως μοιάζει η παράσταση; «Είναι ένα έργο κλειστό, ατμοσφαιρικό, ένα έργο χαρακτήρων. Ίσως και λίγο κλειστοφοβικό. Πώς είναι όταν είσαι μικρός και σε κλείνουν σε ένα δωμάτιο και σου λένε “παίξε”; Και παίζεις, παίζεις. Και κάποια στιγμή ανοίγει την πόρτα η μητέρα και βλέπει ότι όλα είναι υπό έλεγχον. Και κλείνει την πόρτα και έπειτα από μια στιγμή όλα διαλύονται. Και όταν η πόρτα ανοίξει ξανά είναι μόνο γιατί πρέπει να παρευρεθείς στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, εκεί όπου όλη η οικογένεια είναι πολύ ευτυχισμένη…». Έτσι είναι. Τα παιδιά έπαιξαν, κουράστηκαν και τώρα μπορούν να πάνε να κοιμηθούν. Όσο δεν έχει σχολείο και πρωινό ξύπνημα και ένα κατακόκκινο αυτοκίνητο τους περιμένει κάτω από την κουβέρτα όλα θα παραμένουν ευτυχισμένα και υπέροχα. Σαν όνειρο.