«Αναζητώ τη… διάλυση της κίνησης»

Το Βήμα, Κυριακή 26 Μαρτίου 2000

από την Κλημεντίνη Βουνελάκη

 

Ο χορογράφος και ιδρυτής της Οκτάνας παρουσιάζει με το Χοροθέατρο του ΚΘΒΕ τον «Κυανοπώγωνα» εμπνευσμένος από το λιμπρέτο της ομώνυμης όπερας του Μπέλα Μπάρτοκ.      

            «Αυτή τη στιγμή στη Θεσσαλονίκη είμαι πολύ ευτυχισμένος, γιατί έχω απέναντί μου ανθρώπους που πιστεύουν πολύ στη δουλειά που κάνουμε και δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους γι’ αυτό». Τα λόγια του Κωνσταντίνου Ρήγου απηχούν ένα σπάνιο αίσθημα πληρότητας. Είναι η δεύτερη συνεργασία του με το δυναμικό του Χοροθεάτρου του ΚΘΒΕ και η πρώτη με τον σκηνογράφο Διονύση Φωτόπουλο. Ένα ακόμη παραμύθι του Περό, ή σωστότερα το λιμπρέτο της όπερας του Μπέλα Μπάρτοκ «Ο πύργος του Κυανοπώγωνα», υφαίνει τον καμβά της νέας συνεργασίας.

            Και καθώς εφέτος κλείνουν τα δέκα χρόνια από την ίδρυση της Οκτάνας, ο χορογράφος και ιδρυτής της, που πλησιάζει αισίως τα 33 του χρόνια, έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται ότι «κλείνει ένας κύκλος δουλειάς» αλλά και την ανάγκη να κοιτάξει πίσω του, σε αυτή την πληθωρικά δημιουργική δεκαετία.

            «Έχω μπροστά μου χρόνο για να επανορθώσω τα λάθη μου» λέει με τη γνώριμη παιδικότητα που τον διακρίνει. Είναι σαφές ότι το 1999 ήταν μια χρονιά μετάβασης και κρίσης, όπως άλλωστε και για ολόκληρο τον νέο ελληνικό χορό. «Σε αυτά τα δέκα χρόνια τελείωσα μια σχολή, έφτιαξα μια ομάδα, έκανα κάποιες δουλειές, καλές ή κακές – δεν θα τις κρίνω εγώ. Πάντως ό,τι κάνω έρχεται από μέσα μου, οι χορογραφίες μου είναι σαν την αυτόματη γραφή. Κάθε κομμάτι, κάθε κίνηση, γεννιέται και τελειώνει την ίδια στιγμή. Δεν υπεισέρχεται δεύτερη σκέψη».

            Απαντά ως γνήσιος εκπρόσωπος μιας τέχνης εξαιρετικά εφήμερης και εύθραυστης, όπως πάντα παρορμητικός και ανήσυχος. Με έμφυτο ταλέντο να παράγει κινήσεις και να εκφράζεται μέσα από αυτό, ο Κωνσταντίνος Ρήγος δεν θα μπορούσε παρά να ξεχωρίσει πολύ νωρίς. «Ό,τι έχω χορογραφήσει ως σήμερα έχει περάσει πρώτα από το σώμα μου, θα το βρεις καταγραμμένο σε βίντεο. Κατάφερα να κάνω τους χορευτές μου κάτι σαν ρεπλίκες του εαυτού μου. Φυσικά έμπνευσή μου είναι πάντα ο χορευτής και η προσωπικότητά του».

            Εμπνέεται από μεγάλα κλασικά έργα – Δάφνις και Χλόη, Ορφέας, Κυρία με τις καμέλιες, Ωραία Κοιμωμένη -, που τα «ξαναδιαβάζει» χτίζοντας φαντασμαγορικά χοροθεάματα. Εικονολάτρης εν μέσω εικονολατρικής εποχής, αν δεν είχε γίνει χορογράφος, είναι τόσο σινεφίλ που θα ήθελε να γίνει σκηνοθέτης.

            «Μη νομίζεις, η εξωτερική εικόνα, η ομορφιά της κίνησης, με ενδιαφέρει όλο και πιο λίγο. Πέρασα βέβαια τη νεοκλασική μου περίοδο με την εμμονή να φορέσω την αραμπέσκ, γιατί δεν τη γνώριζε το σώμα μου και ήθελα να αποδείξω ότι τα καταφέρνω και με τη δεξιοτεχνία. Θεωρώ όμως ότι έκλεισε αυτός ο κύκλος και ψάχνω να βρω κάτι άλλο. Μια κίνηση που να μην είναι εύκολα αναγνωρίσιμη, να μη φωτογραφίζεται. Αναζητώ με άλλα λόγια τη συνεχόμενη ροή, τη διάλυση της κίνησης. Λέω συχνά αστειευόμενος ότι ο “Κυανοπώγων” είναι ένα αφιέρωμα στο παραπάτημα, γιατί οι χορευτές δεν είναι ποτέ εν στάσει».

            Μιλάει με ενθουσιασμό για τον «Κυανοπώγωνα» και τη βορειοελλαδίτικη εμπειρία. Προέκυψε ως σωσίβια λέμβος αμέσως μετά την αμφιλεγόμενη εμφάνισή του στον ρόλο του γυμνού αυτοκράτορα στο «+Soda». «Η δουλειά στη Θεσσαλονίκη είναι ευεργετική για διαφορετικούς λόγους. Ζω αφαιρετικά, μακριά από την Αθήνα, και ασκητικά κατ’ ανάγκην, σε ένα περίπου άδειο σπίτι. Η απόσταση με βοηθάει να δω αλλιώς τα πράγματα, με λιγότερες ματαιότητες. Μου αρέσει επίσης που τυχαία σχεδόν ενεπλάκην σε μια γοητευτική όσο και γόνιμη εμπειρία».

            Η χορογραφική εκδοχή της νέας παραγωγής του Χοροθεάτρου του ΚΘΒΕ στηρίζεται στο λιμπρέτο της όπερας του Μπέλα Μπάρτοκ «Ο πύργος του Κυανοπώγωνα». […]

            Αυτή η τρομερή ερωτική ιστορία με τη ζοφερή προσωπικότητα του Κυανοπώγωνα και τις γυναικείες μορφές που τον στοιχειώνουν, καθώς περιπλανιώνται στο μυαλό και την ψυχή του, πώς ερμηνεύτηκε από το χορογράφο; «Στο λιμπρέτο του Μπάρτοκ θα μπορούσε κανείς να διαβάσει τον Κυανοπώγωνα σαν ένα σίριαλ κίλερ, δεν ήθελα όμως μια ερμηνεία που να περιορίζει τον ήρωα σε αρνητικό χαρακτήρα κινηματογραφικής ταινίας. Ούτε πάλι ήθελα να μπω στην οριακή προσωπικότητα ενός δολοφόνου και να την ψυχαναλύσω – στην ουσία πρόκειται για έναν άνθρωπο διαταραγμένο και ανίκανο να αγαπήσει όταν ο άλλος τον αποκαλύπτει, με εμμονές και φοβίες σαν αυτές που είναι βαθιά κρυμμένες μέσα στον καθένα μας. Στην παράσταση ο Κυανοπώγων εμφανίζεται ελάχιστα, είτε ως απειλή είτε ως μνήμη. Βέβαια κατοικεί το πνεύμα του στο χώρο, αφού άλλωστε όλα διαδραματίζονται στον πύργο του. Ακόμη και στο τέλος παραμένει στο σκοτάδι αναφωνώντας: “Σκοτάδι και πάλι σκοτάδι”.

            Ο θεατής παρακολουθεί την αφήγηση της Ιουδήθ, όπου μικρές ιστορίες διαδραματίζονται σε καθένα από τα επτά δωμάτια. Τα πρόσωπα του έργου είναι κατ’ αποκλειστικότητα γυναίκες, ενώ αν κανείς δει προσεκτικά σε κάθε δωμάτιο στάζει αίμα, αφού συναντάμε πάντα το θάνατο μέσα. Την τραγικότητα όσων διαδραματίζονται σε αυτό το κεκλεισμένων των θυρών σύμπαν επιτείνει η οπερατική μουσική. Η αγωνία μας με το Διονύση Φωτόπουλο, που ευθύνεται για την εικαστική πλευρά του δρώμενου, ήταν να μην υπάρχει τίποτε περιττό ή διακοσμητικό. Αναζητήσαμε εναγωνίως να υπάρχουν όλα στη δόση του αναγκαίου».