Στο βασίλειο του κιτς

Ορίζοντες, 28 Μαρτίου 1999

 

            Η Ωραία Κοιμωμένη από το Χοροθέατρο του ΚΘΒΕ

            Ο Κωνσταντίνος Ρήγος χορογραφεί το γνωστό παραμύθι και ξετυλίγει τη δική του διαδρομή μέσα από τη δίμηνη γνωριμία του με το Χοροθέατρο Θεσσαλονίκης.

            […] Ο Κωνσταντίνος Ρήγος έπλασε με τη δική του μπαγκέτα ένα σύγχρονο παραμύθι, ένα φαντασμαγορικό έργο για μεγάλους σε πέντε εικόνες, κρατώντας το γνωστό μύθο ως αφετηρία, μπαίνοντας με την ορμή της κίνησης στο σήμερα, εκτινάσσοντας την ιστορία στο τέλος του εικοστού αιώνα, όταν οι γάμοι συνοδεύονται από κέτεριγκ, οι άντρες σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας φοράνε φούστες και η Ωραία Κοιμωμένη μένει να πλανάται μόνη σ’ ένα κόσμο αφιλόξενο.

            «Ήθελα να δώσω μια διαφορετική εκδοχή σε μια ήδη ολοκληρωμένη δουλειά, μια εκδοχή που θα ενδιαφέρει εμένα σήμερα κι ουσιαστικά να δοκιμάσω πώς η κλασική μουσική αλλάζει μορφή μέσα από μια κίνηση τελείως σύγχρονη και μοντέρνα, ένα rock ΄n΄ roll release».[…]

            Ο Κωνσταντίνος Ρήγος έκανε τις δικές του επεμβάσεις. Κράτησε τον πρόλογο και τις δύο πράξεις του μπαλέτου, ενώ αφαίρεσε ολόκληρη την τρίτη πράξη, αλλάζοντας τη ιστορία. «Ασχολήθηκα με το τι είναι η Ωραία Κοιμωμένη όταν ξυπνάει μετά από εκατό χρόνια και το τι συναντά μπροστά της. Αποφάσισα ότι όταν ξυπνήσει δεν θα μπορέσει ποτέ να κοιμηθεί ξανά. Άρα όλο το έργο αρχίζει αυτομάτως να αποκτά μια σχιζοφρενική μορφή». Ωστόσο η πανέμορφη βασιλοπούλα του παραμυθιού μεταμορφώνεται στη σκηνή της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών σε… ιδέα. «Χωρίς να θέλω να το πω μεγαλεπήβολα η Ωραία Κοιμωμένη είναι η ιδέα της Επανάστασης. Ξυπνά με το φιλί που της δίνει ο Τσε Γκεβάρα – πρίγκιπας και μαζί της ξυπνά όλος ο κοινωνικός περίγυρος που είχε ναρκωθεί για εκατό χρόνια. Επειδή, όμως, είναι γραφτό οι επαναστάσεις να μην κρατάνε πολύ, ο Τσε σκοτώνεται στο γάμο από μια τρομακτική ενέργεια και η επανάσταση περιπλανιέται μόνη της και σιγά σιγά σβήνει».

            Ο πυρήνας της παράστασης είναι η σχέση της Ωραίας Κοιμωμένης, της κακιάς μάγισσας και του πρίγκιπα, ενώ το έργο χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη. Το πρώτο είναι δομημένο σαν μπαλέτο, όπου όλα κυλούν αβίαστα, ρέουν κι έχουν μια στέρεη δομή. Το δεύτερο είναι το μέρος της τέλειας αποδόμησης, όπου δεν συμβαίνει τίποτα, όλα είναι χαλαρά, οι εικόνες έρχονται σε μια αέναη κατάσταση περιπλάνησης και η Ωραία Κοιμωμένη συναντά τελικά τον εαυτό της.

            «Πιστεύω γενικά στην αποδόμηση. Μια άδεια σκηνή κι ένας χορευτής έχουν πιο πολλά να πουν και δεν χρειάζεται τίποτα άλλο», λέει ο Κωνσταντίνος Ρήγος. «Όλο το έργο στήνεται στο άδειο θέατρο, απλά τα σκηνικά βγαίνουν βοηθητικά στο σανίδι κι είναι από εντυπωσιακά μέχρι κιτς. Είναι το βασίλειο του κιτς αυτή η παράσταση, στηρίζεται πολύ στα καθαρά χρώματα, στα έντονα στοιχεία, στα γυαλιστερά κι αστραφτερά κοστούμια. Κι όλα αυτά δείχνουν την ψευτιά, το νέο γκλάμουρ στοιχείο που επικρατεί στη σημερινή κοινωνία».

            Η μοναχικότητα και η περιπλάνηση της Ωραίας Κοιμωμένης στο τέλος σαφώς συνδέεται μ’ ένα στοιχείο απαισιοδοξίας. «Υπάρχει, όμως, η ελπίδα ότι θα μπορέσει να συναντήσει ίσως τον πρίγκιπα και πάλι, δηλαδή την επανάσταση. Δεν νομίζω ότι είναι πολύ εύκολο να δεις τα πράγματα θετικά έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κοινωνική κατάσταση. Βλέπω πώς αντιδρούν και οι νέοι, κι εγώ που είμαι νέος, σ’ αυτά. Υπάρχουν δύο ταχύτητες: η μία που ενδιαφέρεται και η άλλη που αδιαφορεί. Και νομίζω ότι αυτή που ενδιαφέρεται είναι τελικά μοναχική. Το να σε νοιάζει τι συμβαίνει γύρω σου, σου αφήνει τελικά ένα κενό. Όσο πιο πολύ ψάχνεις τόσο πιο πολύ χάνεις».

            […] Ο Κωνσταντίνος Ρήγος διευκρινίζει: «Η παράσταση είναι ζωντανή, πάλλεται κι είμαι σίγουρος ότι θα έχει απήχηση. Δεν ξέρω κατά πόσο ο θεατής θα μπει στη λογική της. Αν μια τέτοια παράσταση διαβαστεί ως αφηγηματική, δηλαδή αν κάποιος προσπαθήσει να βγάλει τον ιστό και να καταλάβει την ιστορία, έχει χάσει. Αν αφεθεί και δει τις εικόνες και τα συναισθήματα που δημιουργούν η κίνηση και η δύναμή της, θα έχει κέρδος». […]