«Ο χορός με κάνει και βαριέμαι…»

Ελευθεροτυπία, 12 Απριλίου 1999

Της Βένας Γεωργακοπούλου

 

            Μοιάζει με τις χορογραφίες του. Ακόμη και καθισμένος ο Κωνσταντίνος Ρήγος έχει κάτι το σπινταριστό. Και ο λόγος του χορεύει. Και τα γαλάζια γυαλιά του χορεύουν. Αλίμονο στο δημοσιογράφο που θα καθίσει να απομαγνητοφωνήσει την κουβέντα μαζί του.

            Ένας κόπος που, από ό,τι φαίνεται, κανένας δημοσιογράφος δεν λογάριασε ως τώρα. Τριάντα επτά μεγάλα και μικρά δημοσιεύματα γι’ αυτόν και το χοροθέατρο «Οκτάνα» βγήκαν στην οθόνη του υπολογιστή μου από το αρχείο της «Ε». Και να φανταστείτε πως ο Κωνσταντίνος Ρήγος, 32 χρονών σήμερα, ενέσκηψε σαν σίφουνας στο χώρο του σύγχρονου χορού μόλις πριν από εννιά περίπου χρόνια. […]           

            Τίποτα δεν τον τρομάζει. «Μόνο η ανθρώπινη βλακεία με τρομάζει», λέει. Έτσι εξηγούνται όλα. Έτσι εξηγείται πώς ένα φοιτητής του Οικονομικού της Νομικής, που δεν έχει καμία μα καμία σχέση με το χορό, αλλά απλώς χορεύει «ντίσκο και καρεκλάδικα στο σαλόνι» του, μαζεύει κάτι φίλους του, εξίσου άσχετους με αυτόν, πηγαίνει στο διαγωνισμό χορογραφίας του Δήμου Αθηναίων με ένα κομμάτι πάνω στην «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη και ξεχωρίζει.

            Τότε ήταν που η Ζουζού Νικολούδη του είπε: «Έχεις ταλέντο, πρέπει να έρθεις στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης για να μάθεις χορό». Και ο Κωνσταντίνος πήγε.             […]

            «Θέλω κάθε φορά να διαλύω την εικόνα που έχω δημιουργήσει για μένα. Είναι κάτι που με κρατάει ζωντανό, γιατί γενικά ο χορός, όσο έμφυτος και φυσιολογικός και να είναι για μένα, με κάνει και βαριέμαι. Βαριέμαι, όταν κάτι δεν με εκπλήσσει, όταν δεν μου δημιουργεί πρωτογενή συναισθήματα», λέει. Αναρωτιέμαι τι σόι μαθητής ήταν στην ΚΣΟΤ. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο αυτό το ιδιαίτερο, «δροσερό» και ελεύθερο χορευτικό του ύφος κατάφερε να περάσει αλώβητο από την κρισάρα της σπουδής και τις επιταγές της καριέρας. «Δεν το άλλαξα. Ίσα ίσα που τώρα πια το έχω αφήσει τελείως ελεύθερο. Όσο ήμουν στο ΚΣΟΤ ήταν παγιδευμένο μέσα στη λογική μιας σχολής, δηλαδή μερικά πράγματα δεν ήταν τόσο φλου, ελεύθερα και διαλυτικά όπως είναι τώρα. Μόνο τελειώνοντας τη σχολή άρχισα να βγάζω ένα ύφος που ήθελα εγώ, ένα ύφος υπερκινητικό και φορτσαρισμένο».

- Πώς θα μίλαγες εσύ ο ίδιος για το χορό σου;

- Έχει μια δυναμική χαλαρότητα. Έχει πολλή δύναμη και ένταση, αλλά ταυτόχρονα κι ένα χαλάρωμα. Έχει λυρισμό, αλλά και χιούμορ. Δηλαδή, μου αρέσει η κίνηση να μη γίνεται σοβαρά, να έρχεται τελείως φυσικά και να… μη σημαίνει τίποτα. Δεν μου αρέσει καθόλου ο αφηγηματικός χορός».

- Χρησιμοποιείς θέματα, όμως.

- Ναι, γιατί κάποιες στιγμές θέλεις να πιαστείς και από κάπου. Η “Κυρία με τις Καμέλιες” είναι ένα έργο που το έφτιαξα για την Έλενα Τοπαλίδου. Ουσιαστικά διάλεξα να κάνω ένα έργο για μια χορεύτρια, που τη θεωρώ συγκλονιστική.

- Τι το καινούργιο διαθέτει η δική σου «Κυρία με τις Καμέλιες»;

- Έχω κρατήσει τις βασικές γραμμές του μυθιστορήματος του Αλέξανδρου Δουμά Υιού, αλλά το έχω δει κυρίως από την πλευρά της Μαργαρίτας Γκοτιέ. Στις τελευταίες στιγμές της ζωής της κάνει ένα φλας-μπακ στο παρελθόν της, για να φτάσει κάποια στιγμή σε ένα σόλο όταν βγαίνει η ψυχή της. Ήθελα μια σημερινή «Κυρία με τις Καμέλιες». Που ακούει άσιντ τζαζ και τριπ χοπ (ανάλογη μουσική ζήτησα και από τον Αριστείδη Μυταρά), που πίνει χάπια, ίσως και πρόζακ…».

- Όταν ξεκινάς μια καινούργια παράσταση, ποια είναι η βασική σου σιγουριά;

- Ξέρω κατ’ αρχάς ποιες είναι οι ευκολίες μου. Ξέρω ότι μπορώ να έχω ένα κινητικό λεξιλόγιο πάρα πολύ πλούσιο (γελάει), και ξέρω ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που θα ήθελε, ίσως, ένας θεατής από μένα, ποια είναι, δηλαδή, τα στοιχεία εκείνα που ευχαριστούν στις χορογραφίες μου. Αυτό κάθε άλλο παρά μου αρκεί. Μου αρέσει να ανατρέπω το ύφος μου, να αυτοσαρκάζομαι. Θέλω κάθε φορά το παιχνίδι με το κοινό να είναι δύσκολο, να ανακαλύπτω εγώ το κοινό και εκείνο εμένα σαν να είναι η πρώτη φορά. Όταν έκανα την «Άνοιξη» στις «Πέντε Εποχές», είχα αποφασίσει ότι θα είναι τελείως μια άσκηση στιλ. Ήταν ένα πείσμα, σαν να έλεγα: Θα δείτε ότι μπορώ να κάνω όλα τα είδη και θα σας το αποδείξω με μια παράσταση.

- Καλά, αγωνία και ανασφάλεια δεν έχεις;

Έχω. Πάρα πολύ. Δεν βλέπεις πως είμαι κόκκινος; Έχω τρομερή αγωνία και ανασφάλεια για το πώς θα γίνει αυτό που θέλω. Από τη στιγμή, όμως, που θα δω ότι αυτό που ήθελα γίνεται, παύει και να με ενδιαφέρει. Η αγωνία τελειώνει και ήδη υπάρχει η ιδέα για το επόμενο. Δεν αγαπάω αυτό που κάθε φορά κάνω. Με την έννοια ότι δεν του φέρομαι πολύ καλά, δεν το προστατεύω.

- Δεν είσαι τελειομανής;

- Τελειομανής είμαι, μέχρι υστερίας. Σε σημείο που να θέλω να ελέγξω και την ακρούλα της πρόσκλησης.

- Ποιο έργο από όλα όσα έχεις κάνει αγαπάς περισσότερο;

- Τον «Ίκαρο». Είναι το πιο ολοκληρωμένο μου έργο. Γιατί ήταν μια ροκ παράσταση, απολύτως προβοκατόρικη και προκλητική. Σαν ένα χαστούκι. Μου αρέσει πάρα πολύ να προκαλώ. Δεν έχω αυτήν την αίσθηση του συμμαζεμένου. Με τον «Ίκαρο», που παίχτηκε στο Μέγαρο, το κοινό ούρλιαζε από ενθουσιασμό, υπήρχαν, όμως, και πολλοί που είπαν: «Φτάνει πια με το θέμα του σεξ, της βίας και της έντασης». Αυτό, όμως, με απασχολούσε εμένα τότε. Όταν ζω σε μια τέτοια κοινωνία, μέσα σ’ αυτή την αηδία που βλέπω γύρω μου, δεν μπορώ να ασχολούμαι μόνο με το ρομαντισμό ή μόνο με τις ωραίες εικόνες. Δεν υπάρχει τίποτα που να είναι φτιαγμένο από άνθρωπο και να μην μπορεί να είναι ωραίο. Και το πιο άσχημο μπορεί ταυτόχρονα να είναι και το πιο ωραίο.

- Νιώθεις ότι τα αποθέματά σου είναι ανεξάντλητα, ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που έχεις τη διάθεση να ψάξεις;

- Όταν ήμουν πιο νέος, έπειτα από κάθε παράσταση μου είχα τρομερή αγωνία. Τι θα κάνω τώρα; Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Όσο περνάει ο καιρός, βλέπω ότι το επόμενο γεννιέται από το προηγούμενο. Έτσι και τώρα. Κάνοντας την «Κυρία με τις Καμέλιες» για την Καλαμάτα, μου ήρθε η ιδέα για την «Ωραία Κοιμωμένη». Και κάνοντας την «Ωραία Κοιμωμένη» στη Θεσσαλονίκη, κάποια στιγμή που ανέβηκα στη σκηνή για να δείξω κάτι στους χορευτές μου ήρθε η ιδέα για το καινούργιο έργο.

- Τι είναι αυτό που θα ’θελες και δεν έχεις;

- Ο μεγάλος χώρος. Αυτό που με έχει εγκλωβίσει είναι που δεν μπορώ να έχω μια τεράστια σκηνή. Ο χορός έχει ανάγκη από μεγάλο χώρο για να αναπτυχθεί. Γιατί δεν έχει να κάνει με το λόγο, έχει να κάνει με την κίνηση και στην κίνηση με ένα βήμα φτάνεις απέναντι.

- Δεν θα ’θελες έναν δικό σου χώρο;

- Όχι, δεν θέλω, γιατί δεν θέλω να μπω στη διαδικασία εμπορευματοποίησης αυτού που κάνω. […]