Προβοκράτορας – Κωνσταντίνος Ρήγος

Ο πυρετός της πρόβας: πόσο αλήθεια και πόσο ψέμα;

Συνέντευξη: Δημήτρης Καραθάνος

 

«Στην πραγματικότητα ο πυρετός ξεκινάει αρκετά πριν από την πρώτη πρόβα, που είναι και η πιο άχαρη, και συνεχίζεται μέχρι την πρεμιέρα. Μετά η διαδικασία αλλάζει τελείως, γιατί το κοινό μεταδίδει ενέργεια, πολλές φορές και αρνητική, επηρεάζοντας την κατάσταση του χορευτή – περφόρμερ, ακόμα και το ίδιο το έργο. Ο πυρετός αυτός πολλές φορές συνεχίζεται και στη διάρκεια του νυχτερινού ύπνου, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που γίνεται αληθινός πυρετός, όταν η κούραση χτυπάει “κόκκινο”. Μια τέτοια ψυχοσωματική κατάσταση βιώνουμε τώρα όλοι».

- Πόσο απαρνιέσαι την ευγένεια και φοράς την μπέρτα του δυνάστη, απλά και μόνο γιατί το σόου πρέπει να συνεχιστεί;

- Στην πρόβα διαλέγω το ρόλο «Τζέκιλ και Χάιντ», κάτι που επιδιώκω πολλές φορές και στη ζωή μου. Υπάρχουν στιγμές που είμαι πολύ δημοκρατικός και άλλες που τα χώνω άγρια για να μπορέσουμε να έχουμε το αποτέλεσμα που επιθυμώ, κάτι που επιθυμούν και οι χορευτές της ομάδας, ακόμα και όταν δεν το γνωρίζουν! Βέβαια η ανασφάλεια αυτού που ερμηνεύει σε σχέση με αυτόν που παρακολουθεί είναι μεγαλύτερη, γι’ αυτό και θέλω οι χορευτές να μην έχουν εικόνα του εαυτού τους, πράγμα που τους κάνει αληθινούς, χωρίς να προσποιούνται. Πάντως είμαι της λογικής ότι το σόου πρέπει να συνεχιστεί ανεξάρτητα του ψυχικού ή του σωματικού κόστους. Ίσως γιατί ό,τι έχω ποτέ ζητήσει στην πρόβα ή στην παράσταση είναι κάτι που θα το έξανα κι εγώ αν έπρεπε. Όσο για την ευγένεια, αν τη διαθέτεις, είναι αδύνατο να την αρνηθείς, ακόμα και αν το θέλεις.

- Περίγραψέ μας την ψυχοσωματική σου κατάσταση πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πρόβα.

- Κάποιες μέρες βράζω από δημιουργικότητα και μπορώ να τους κάνω όλους να πέσουν ξεροί από την κούραση και άλλες βαριέμαι, από το να κουνηθώ μέχρι να τους βλέπω. Πάντως, όταν μια πρόβα πάει καλά και βγαίνει κάτι ενδιαφέρον ή όταν το έργο αρχίζει να διαμορφώνεται, αισθάνομαι καλά. Αν κάτι δε λειτουργεί, μπορεί να πάθω κατάθλιψη, αν και με τα χρόνια προσπαθώ να ξεχνάω τα πάντα, όταν τελειώνει η πρόβα.

- Πόσο κοντά είναι τα συμπτώματά σου με αυτό που βιώνεις στην πρεμιέρα;

- Η αγωνία της πρεμιέρας αφορά πολλά διαφορετικά πράματα που εξαρτώνται και από το έργο, αλλά και από το πώς θα το αντιμετωπίσει το κοινό. Όταν είμαι μέσα στην παράσταση, πάντως, η διάθεση και η ενέργειά μου είναι καλύτερες από ό,τι όταν παρακολουθώ. Αν, βέβαια, σκεφτείς ότι τίποτα δεν είναι η αρχή και το τέλος του κόσμου, τότε αντιμετωπίζεις τα πάντα πιο απλά.

- Λένε για τα ροκ γκρουπ πως αποδίδουν καλύτερα στην πρόβα παρά στη σκηνή. Ισχύει κάτι τέτοιο και για εσένα; Κατά πόσο μοιράζεται το Χοροθέατρο, σε εντάσεις, πάθη, αδρεναλίνη, τη mentality μιας ροκ μπάντας;

- Νομίζω ότι εμείς σαν ομάδα αποδίδουμε καλύτερα στην παράσταση. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά σε εμάς στο ότι η εξέλιξη στη δημιουργία έρχεται αργά, άρα στο τέλος δίνεις όλο σου τον εαυτό. Στην αρχή όλα είναι θέμα τεχνικής και διαδικασίας. Τώρα, το τι συμβαίνει στο εσωτερικό του χοροθεάτρου δε θα σ’ το πω, αλλά η ροκ μπάντα δεν είναι τίποτα μπροστά μας.

- Από τα πρόσφατα ταξίδια του Χοροθεάτρου σε Σιγκαπούρη, Λιόν και Τελ Αβίβ, και δεδομένου ότι το «Δωμάτιο του Igor» ανεβαίνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών αμέσως μετά τις παραστάσεις της Θεσσαλονίκης, κατά πόσο διαφέρει η πρόβα από μέρος σε μέρος; Πόσο επηρεάζει η αλλαγή τοπίου την κίνηση της ομάδας;

- Η πρόβα δε διαφέρει, η παράσταση είναι που διαφέρει γιατί, για παράδειγμα, στο εξωτερικό δεν ξέρεις ούτε το κοινό που θα αντιμετωπίσεις ούτε ποια είναι τα βιώματά του. Φαντάσου έναν Σιγκαπουριανό, έναν Γάλλο, έναν Ισραηλινό και εσένα να βλέπετε μαζί μια παράσταση. Θα αντιδράσετε τελείως διαφορετικά. Όχι ότι αυτό δε συμβαίνει και στην Ελλάδα. Το κοινό είναι μια ομάδα που συντίθεται από διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές, ηθικές και θρησκευτικές αντιλήψεις. Άντε να βγάλεις άκρη τι βιώνει καθένας βλέποντας μια παράσταση που του λέει όχι αυτό που ξέρει, αλλά ότι η ζωή είναι αλλιώς. Βάλε σε αυτό ότι τουλάχιστον ως τώρα κάθε παράστασή μας είναι και μια έκπληξη ακόμα και για εμάς του ίδιους.

- Έχει τύχει ποτέ να ζητήσει κόσμος να παρακολουθήσει την πρόβα σου; Είναι ανοιχτές καταρχήν;

- Όχι, δεν είναι ανοιχτές οι πρόβες, δε θα μπορούσαν κιόλας. Όταν σε βλέπουν, δεν είσαι ποτέ ο εαυτός σου και, κατά τη γνώμη μου, δε σκάβεις βαθιά μέσα σου. Όταν σε βλέπουν, κάνεις παράσταση. Ακόμα και μπροστά σε μένα, πολλές φορές είναι δύσκολο να αφεθούν οι χορευτές και να ξεφύγουν. Σκέψου ότι έχουν υπάρξει φορές που έχω αλλάξει συνεργάτη, γιατί η ενέργεια ενοχλούσε την ομάδα. Βέβαια, αν κάποιος μου ζητούσε να μπει στην πρόβα, θα το επέτρεπα ανάλογα με το στάδιο που βρισκόμαστε και το πόσο μπορώ να του έχω εμπιστοσύνη.

- Θεωρείς ότι με την πολυετή παρουσία του Χοροθεάτρου στην πόλη, το κοινό έχει εκπαιδευτεί να παρακολουθεί τέτοιου είδους παραστάσεις, οι οποίες στο εξωτερικό αγγίζουν την ποπ, ενώ στη χώρα μας θεωρούνται ακόμα αβανγκάρντ;

- Νομίζω πως το κοινό έχει αρχίσει να αποκωδικοποιεί αυτό που κάνουμε και έχουμε, νομίζω, κατακτήσει στο κοινό μας να υπάρχουν και αυτοί που διαφωνούν, μόνο και μόνο γιατί παραδέχονται τον τρόπο που το κάνουμε, ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα. Βέβαια, δεν μπορώ να πω ότι με ενδιαφέρει να κερδίσω όλο το κοινό, είμαι περισσότερο «όσοι πιστοί προσέλθετε». Ευτυχώς, ως τώρα οι «πιστοί» είναι αρκετοί. Όταν κάναμε στο μήνα χορού την «Τρελή ευτυχία», καθυστέρησε η παράσταση 40 λεπτά για να μπει ο κόσμος και κάποιοι έμειναν έξω. Αυτό είναι μεγάλο κέρδος και κυρίως μεγάλη ικανοποίηση, ιδίως όταν το κοινό είναι πολύχρωμο. Ως προς την αντιμετώπιση των παραστάσεων, πουθενά αυτό που κάνουμε δεν είναι ακριβώς ποπ. Συνήθως σε άλλες περιοχές είναι πιο αβανγκάρντ και άλλες φορές πιο κανονικό, εξαρτάται από τη χώρα. Ποπ με μια έννοια μπορείς να πεις ότι είναι κάποιες παραστάσεις λόγω του σχολιασμού που κάνουν στην ποπ κουλτούρα, αλλά με τίποτα δεν μπορούν να γίνουν ποπ. Αν αυτό που κάναμε ήταν ποπ-δημοφιλές, τότε θα μιλάγαμε για μια άλλη κοινωνία που δε νομίζω ότι θα τη δούμε ποτέ. Έχω την αίσθηση γενικά ότι η αλήθεια για το σώμα και τη συμπεριφορά του πρέπει να παραμείνει κρυφή. Βολεύει αυτό.