Η σύγκρουση με τους θεατές πρέπει να είναι μετωπική

Συζήτηση του Κωνσταντίνου Ρήγου με τον Νίκο Α. Δοντά

 

«Οι Συλφίδες, αυτή η ιδέα πλασμάτων που είναι άυλα, ήταν πάντοτε στο μυαλό μου» εξηγεί ο Κωνσταντίνος Ρήγος. Στην συζήτηση που ακολουθεί ο χορογράφος δίνει τις βασικές συντεταγμένες της νέας του δουλειάς, που δημιουργήθηκε μετά από παραγγελία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και εγκαινιάζει το θέατρο Ακροπόλ ως σκηνή χορού.

 

Ν.Α.Δ.: Μετά από τη Μνήμη των Κύκνων, το Δάφνης και Χλόη, τους Γάμους, την Ιεροτελεστία της άνοιξης στρέφεστε στις Συλφίδες [Swan Lake, Daphnis et Chloé, Les Noces, Le Sacre du Printemps, Les Sylphides], ένα ακόμα ιστορικό μπαλέτο. Ποιο είναι το στοιχείο που σας οδηγεί σε αυτές τις επιλογές;

 

Κ.Ρ.: Κυρίως η μυθολογία που τα συνοδεύει. Είναι έργα ιστορικά, έχουν καταξιωθεί, έχουν περάσει στην συνείδηση του κοινού. Επομένως έχουν την ικανότητα να λειτουργήσουν ως πεδίο στο οποίο μπορεί κανείς να «παίξει», να εισβάλει, να διαλύσει, να ανατρέψει αλλά και να ανακαλύψει νέα στοιχεία. Με έναν τρόπο μπορεί κανείς να τα αγαπήσει από την αρχή. Έχουν την λογική του αρχαίου δράματος. Έχουν ορισμένα στοιχεία πολύ πρωτογενή, πολύ σχηματικά, όπως λ.χ. οι σχέσεις. Αυτά τα έργα όταν τα ξαναδιαβάζεις σου επιτρέπουν να εισχωρήσεις περισσότερο στην ουσία και να αφήσεις απ’ έξω την περιγραφικότητα και την φλυαρία που έχουν ορισμένα από αυτά. Μπορείς να φέρεις μέσα στοιχεία που είναι σύγχρονα, αναζωογονούν το έργο και αναζωογονούν την δική σου σχέση –δηλαδή την δική μου σχέση- με τον χορό. Κυρίως για μένα το κάνω. Ασχολούμενος με αυτά τα έργα, επανέρχομαι στην ουσία αυτού που είναι η τέχνη του χορού, δηλαδή η σχέση του σώματος με την κίνηση, τη μουσική, τον χώρο και τον χρόνο

 

 

Ν.Α.Δ.: Τα έργα αυτά έχουν ήδη μία θέση στην συνείδηση του θεατή.

 

Κ.Ρ.: Υπάρχουν διαφορετικά είδη θεατών. Υπάρχουν θεατές που πηγαίνουν σε έναν συγκεκριμένο χώρο για να δουν με συγκεκριμένο τρόπο αυτό που περιμένουν. Γι’ αυτούς η ανατροπή είναι πολύ μεγαλύτερη, σοκάρει πολύ περισσότερο. Επίσης υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι ανάγνωσης των κλασικών έργων. Λόγου χάριν, μπορεί κανείς να τοποθετήσει την Λίμνη των κύκνων σε διαφορετικό πλαίσιο, αλλά παρόλα αυτά να λειτουργεί με περιγραφικό τρόπο. Μπορεί δηλαδή ο χώρος και η εποχή να είναι διαφορετικά ακόμα και οι ρόλοι να έχουν άλλο όνομα, αλλά  να επαναλαμβάνεται η βασική σύλληψη της αρχικής δημιουργίας. Εγώ προσπαθώ να αναλύσω το έργο, να δω ορισμένα δομικά στοιχεία του και αυτά να αναδιατυπώσω σε μια άλλη συνθήκη. Επομένως, οι θεατές όταν δουν ένα έργο διασκευασμένο, μπορούν να αποφασίσουν ότι τους αρέσει ή όχι, να αντιδράσουν ή όχι, αλλά σε κάθε περίπτωση έχουν μία πιο ευθεία σχέση με το έργο, αφού ξαναβλέπουν στην ουσία το ίδιο έργο κάπως αλλιώς. Σήμερα πια είναι μάλλον συνηθισμένοι σε αυτό. Αυτό που ενδιαφέρει εμένα, αυτό που έκανα ήδη με την Μνήμη των κύκνων και ξανακάνω με τις Συλφίδες, είναι να ξαναδώ το έργο από την αρχή. Τι είναι αυτός ο «ποιητής», που υπάρχει στις Συλφίδες, τι είναι η έμπνευση; Με άλλα λόγια, ποιος είναι ο χορευτής και ποια η έμπνευσή του; Τι φαντασιώνεται ένας χορευτής ότι είναι ο ρόλος;

 

 

Ν.Α.Δ.: Ποια είναι η υπόθεση των δικών σας Συλφίδων;

 

Κ.Ρ.: Η υπόθεση εκτυλίσσεται σ’ ένα στούντιο χορού ίσως του πρώην ανατολικού μπλοκ, ένα στούντιο σε μία εγκαταλειμμένη περιοχή, ένα στούντιο που δεν είναι πια γκλάμορους. Τα χρώματά του, οι σχέσεις του είναι κάπως διαβρωμένα. Εκεί λοιπόν υπάρχει μία ομάδα χορευτών που προετοιμάζουν ένα ανέβασμα των Συλφίδων. Με «ζωντανό» το πιάνο κάνουν δοκιμές και ουσιαστικά λειτουργούν όλοι μαζί ως πρώτη διανομή, δεύτερη διανομή κλπ. Σε κάθε παράσταση θα είναι όλοι οι χορευτές επί σκηνής αλλά κάθε φορά θα ερμηνεύουν άλλοι την πρώτη και την δεύτερη διανομή.

Ουσιαστικά παρουσιάζω την ζωή ενός μπαλέτου, μιας ομάδας χορού. Το κάνω και με αφορμή το μπαλέτο της Λυρικής. Δηλαδή, πολλά πράγματα είναι εμπνευσμένα από το πώς είναι ο χώρος, πώς είναι οι χορευτές με τα μπουρνούζια τους, πως πηγαίνουν στα αποδυτήρια, πως ντύνονται, πως τρώνε στο διάλλειμα, ποια είναι η σχέση της αίθουσας με τον έξω χώρο. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο που βλέπει κανείς.

Απ’ την άλλη υπάρχει ο ναρκισσισμός του χορευτή, η βουλιμία, η ανορεξία, το στρες, η επίδειξη, η φθορά τους σώματος, ο χρόνος που περνά, η αγωνία του «πόσο θα χορεύω ακόμα». Αυτό είναι το επίπεδο που με ενδιαφέρει περισσότερο. Η σχέση ανάμεσα στα δύο επίπεδα, όπου δηλαδή κάποιοι χορευτές κάνουν πρόβα και ταυτόχρονα έχουν τα προβλήματά τους, μας ξαναφέρνει στις Συλφίδες.

 

 

Ν.Α.Δ.: Ακούγεται πολύ «ιδιωτική», εσωστρεφής και αυτοαναφορική ιστορία.

 

Κ.Ρ.: Είναι. Όλη η χορογραφία είναι φτιαγμένη σα να παραιτείται. Σα να πιάνεις και να αφήνεις βήματα. Αυτό που θέλω είναι να στραφούν οι χορευτές προς τους εαυτούς τους και να μην τους ενδιαφέρει η προβολή τους παρά μόνον τη στιγμή που προβάλλουν τον εαυτό τους σε έναν καθρέπτη, ο οποίος είναι πίσω και τον οποίο το κοινό αντιλαμβάνεται ως αντανάκλαση.

 

 

Ν.Α.Δ.: Στις δικές σας Συλφίδες υπάρχει η αναζήτηση ενός ιδεώδους όπως στις ιστορικές Συλφίδες;.

 

Κ.Ρ.: Κατ’ αρχήν υπάρχει η αναζήτηση της τελειότητας: ένας χορευτής πρέπει να είναι τέλειος. Αυτό όμως συμβαίνει για μία μικρή περίοδο στη ζωή του. Μετά το σώμα αρχίζει να διαλύεται, αρχίζουν οι πόνοι, οι κράμπες, έρχεται η φθορά, το δέρμα ζαρώνει. Οπότε, η αναζήτηση του ιδεώδους μπαίνει πάλι μέσα στη ζωή του χορευτή. Το «θέμα» του κλασικού χορευτή είναι το ιδεώδες .

 

 

Ν.Α.Δ.: Το αιώνια ωραίο σώμα είναι ένα υγιές ιδεώδες;

 

Κ.Ρ.: Θεωρητικά δεν είναι. Πρακτικά όμως δε μπορείς να κάνεις αλλιώς. Δηλαδή, για μένα η φθορά του χρόνου είναι ένα μεγάλο πλήγμα. Ακόμα και ο ισχυρισμός ότι κάποιος είναι ώριμος και το αντιμετωπίζει, με βρίσκει σκεπτικό. Αφενός υπάρχει η φθορά του σώματος και αφετέρου ο χρόνος που απομένει. Δηλαδή, θεωρητικά, αν ο άνθρωπος έχει να ζήσει μέχρι τα εβδομήντα του, από ένα σημείο κι έπειτα αυτό που του υπολείπεται να ζήσει είναι πάρα πολύ λίγο, κι ενώ έχει γνώσεις, δεν έχει δύναμη.  Αυτή είναι μία μεγάλη και επώδυνη ανατροπή. Όσο φθείρεται η εικόνα μέσα στην οποία έχεις μάθει να ζεις, τόσο φθείρεται και η ψυχολογία μας. Παρότι θέλω να εμφανίζομαι ώριμος και να λέω ότι δεν με ενδιαφέρει ο χρόνος που περνά από πάνω μου, στην πραγματικότητα με ενδιαφέρει περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο: όχι τόσο ο χρόνος που περνά, όσο ο χρόνος που χάνω.

 

 

Ν.Α.Δ.: Αυτά με δεδομένο ότι έχει κανείς συγκεκριμένη… ημερομηνία λήξης. Όμως, μπορεί κανείς να μην έχει να ζήσει παρά δέκα λεπτά ακόμα, πράγμα που δεν γνωρίζει.

 

Κ.Ρ.: Γι’ αυτό πρέπει να μάθεις να αγαπάς και να προσφέρεις το σώμα σου. Γι αυτό πρέπει κανείς να γνωρίζει και να αγαπά τους άλλους, γι’ αυτό ακόμα και το σεξ έχει μεγάλη σημασία για την ισορροπία μας. Γιατί μετά λες αν δεν ζω αύριο γιατί να μην το χαίρομαι κάθε στιγμή. Όλα αυτά έχουν σχέση μεταξύ τους. Ο άνθρωπος έχει συνηθίσει… ή μάλλον, οι καλλιτέχνες έχουν μάθει… ή μάλλον δεν ξέρω καν αν είναι όλοι οι καλλιτέχνες ή αν είμαι εγώ έτσι: έχω μάθει να έρχομαι συνέχεια σε επαφή με το σώμα μου, να βλέπω το σώμα μου, να δείχνω το σώμα μου και μέσα από αυτό τον τρόπο να προχωράω. Αυτό όμως εγώ δεν το ονομάζω ναρκισσισμό αλλά δημιουργική συνεργασία  σώματος και πνεύματος!

 

Ν.Α.Δ.: Βασικό στοιχείο των Συλφίδων είναι η μουσική του Σοπέν, που δημιουργεί την ατμόσφαιρα του έργου. Πόσο επηρεάζει την ατμόσφαιρα της δικής σας παράστασης;

 

Κ.Ρ.: Υπάρχουν ορισμένα μέρη της μουσικής του Σοπέν που είναι αριστουργήματα. Δεν μπορείς να τα ξεπεράσεις, σε ξεπερνούν εκείνα. Υπάρχουν όμως κάποια άλλα, που είναι αδιάφορα. Θα μπορούσαν δηλαδή να μην υπάρχουν. Αυτά θέλω να βρω τον τρόπο να τα ξεπεράσω με την εικόνα που έχουμε, με το σχόλιο, με την αντίστιξη που θα κάνω πάνω σε αυτά. Κάπως έτσι χρησιμοποιώ και ένα τραγούδι της Μπιγιονσέ, το Dejà-vu, που είναι πρόσφατο χιτ. Ο λόγος είναι ότι για τον κλασικό χορευτή, του οποίου η απόλυτη σχέση με την κίνηση είναι πολύ καθαρή και φορμαλιστική, το επόμενο εύκολο βήμα είναι η τζαζ, το entertainment, η διασκέδαση, το εμπορικό μέρος. Δηλαδή, ένας καλός κλασικός χορευτής μπορεί να βγει και στα μπουζούκια, στην τηλεόραση, στο σόου όσο το επιθυμεί και όσο το αντέχει. Διότι η προβολή που χρειάζεται ο κλασικός χορός υπάρχει και στο είδος της τζαζ. Οπότε, χρησιμοποιώ και ένα τέτοιο κομμάτι στην αρχή: είναι το μόνο κομμάτι που δεν είναι πρόβα, είναι το μόνο κομμάτι που είναι σόου: είναι οι «συλφίδες» που χορεύουν σε ένα κλαμπ με λαμέ κοστούμια, παγιέτες, στρας… το επόμενο πρωί πρέπει να αφαιρέσουν αυτό και να ξαναζυγιστούν. Σχηματίζεται μία τεράστια ουρά που ζυγίζονται, βλέπουν πόσα κιλά πήραν, σε τι κατάσταση βρίσκονται… Έτσι μπαίνουμε σιγά σιγά στη λογική του δωματίου και ξεκινά το έργο. Επομένως αρχίζουμε από το entertainment, που είναι ένας καθρέπτης και καταλήγουμε στον προσωπικό καθρέπτη.

 

 

Ν.Α.Δ.: Οι δουλειές σας θεωρούνται πρωτοποριακές…

 

Κ.Ρ.: στην Ελλάδα είμαστε μεν, τα πράγματα είναι πολύ ασαφή δε … αλλά το αποδέχομαι. 

 

Ν.Α.Δ.: …παρόλα αυτά, παρουσιάζονται στους πλέον καταξιωμένους θεσμούς: το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η Εθνική Λυρική Σκηνή. Πως ισορροπείτε εσείς την συνάντηση της πρωτοποριακής πρότασης και του κοινού ενός κατεστημένου θεσμού;

 

Κ.Ρ.: Είναι πάντοτε ένα θέμα. Η εμπειρία μου από αυτούς τους χώρους ποτέ δεν ήταν πραγματικά μη τραυματική. Εξαρτάται πως φτιάχνει κανείς τον χώρο και πως φτιάχνει το κοινό του χώρου. Στο ΚΘΒΕ το κοινό δημιουργήθηκε σιγά σιγά ξανά από την αρχή προκειμένου να παρακολουθεί αυτού του είδους την δουλειά. Σα να ήταν διαφορετικό κοινό από αυτό του θεάτρου, ένα κοινό που μπορούσε να παρακολουθήσει αυτή την γραμμή.

Νομίζω ότι έχει πολύ πιο μεγάλη σημασία να διαβρώνεις τα πράγματα στην κορυφή τους. Δηλαδή, για μένα είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία που παρουσίασα την Μνήμη των κύκνων με τον δικό μου τρόπο στο ΚΘΒΕ, και στην Εθνική Λυρική Σκηνή αλλά και σε μεγάλες σκηνές σε όλο τον κόσμο, παρά να την παρουσίαζα σε έναν αντεργκράουντ χώρο. Έχει πιο μεγάλη σημασία η σύγκρουση με τους θεατές να είναι μετωπική. Μέσα από αυτή την αντίδραση δημιουργείται μεγαλύτερη κινητικότητα. Θυμάμαι, ότι όταν παρουσιάσαμε την Μνήμη των κύκνων στη Λυρική, ορισμένοι είχαν δυσαρεστηθεί. Όμως πιστεύω ότι ήταν …, μία βάση πάνω στην οποία αν χτίσει κανείς μπορεί να αλλάξει συνολικά την εικόνα ενός χώρου, ή μιας παγιωμένης αντίληψης περί «καλαισθησίας» που υπάρχει στην Ελλάδα, όπου τα θεάματα είναι καλά όταν δεν ενοχλούν.

 

 

Ν.Α.Δ.: Επομένως, το ιδανικό σας κοινό είναι το συντηρητικό κοινό, στο οποίο μπορείτε ευκολότερα να προκαλέσετε σοκ;

 

Κ.Ρ.: Το σοκ μπορεί να είναι αντίδραση για κάποιους που δεν παρακολουθούν την δουλειά, αλλά για μένα δεν είναι ούτε θέμα ούτε αυτοσκοπός. Όσοι με παρακολουθούν το γνωρίζουν. Έτσι σκέφτομαι την ζωή και την τέχνη.  Παράλληλα δεν θέλω να λειτουργώ ούτε ως ψυχαναλυτής, ούτε για να γιατρέψω κανέναν. Θέλω μόνο να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μου και να ερεθίσω μερικές χορδές, όσοι επικοινωνούν με αυτόν τον κώδικα τέχνης το αντιλαμβάνονται οι υπόλοιποι στον ύπνο τους. Δεν διεκδικώ το σωστό, προσωπική κατάθεση κάνω, αυτό κάνει κάθε καλλιτέχνης. Σιγά σιγά χτίζει κανείς το κοινό του, αυτούς που επικοινωνούν με το έργο του και ευτυχώς κανείς δεν μπορεί να τους πάρει, γιατί η σχέση κοινού και καλλιτέχνη είναι βιωματική. Γι’ αυτό επίσης και ότι λέγεται η γράφεται για ένα έργο κρίνει το έργο αλλά κρίνει και αυτόν που το γράφει. Μην ξεχνάμε επίσης ότι το κοινό μαθαίνει με έναν τρόπο να βλέπει. Στην Ελλάδα θεωρείται καλό ό,τι είναι λουστραρισμένο, φτιαγμένο και δεν ενοχλεί. Αν έχει καλούς φωτισμούς, καλά κοστούμια και σκηνικά, θεωρείται καλή παράσταση. Αυτό δεν συμβαίνει πουθενά στον κόσμο. Καλή παράσταση είναι αυτή που προσθέτει κάτι στην Ιστορία. Αυτό που φτιάχνεται απλώς για να είναι ωραίο είναι καλό σόου, καλή τηλεόραση.

 

 

Ν.Α.Δ.: Τι φιλοδοξούν να προσθέσουν στην Ιστορία οι Συλφίδες σας;

 

Κ.Ρ.: Ότι κάθε χώρος μπορεί να λειτουργεί με έναν δικό του τρόπο, τον οποίο πρέπει να ανακαλύψει κανείς όπως ακριβώς τον κύβο του Ρούμπικ. Το μπαλέτο της Λυρικής είναι ένα πάρα πολύ μπερδεμένο σύνολο. Αποτελείται από τελείως διαφορετικές μεταξύ τους προσωπικότητες, διαφορετικών εθνικοτήτων, διαφορετικής αισθητικής, διαφορετικής κουλτούρας. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι ένα μπερδεμένο μωσαϊκό. Θα ήθελα, αν μπορούσα, να βάλω τα χρώματα στην σειρά τους. Αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από το ένα έργο, τις Συλφίδες ίσως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καν. Ετοιμάζω για την Λυρική ένα ακόμα έργο και αντιμετωπίζω τα δυό μαζί ως ενιαίο πρότζεκτ. Στο ένα συνθέτω και στο άλλο αποσυνθέτω μία κατάσταση. Μέσα από τα δύο έργα φιλοδοξώ να δημιουργηθεί μια νέα συνείδηση στους χορευτές. Ο χορευτής είναι καλλιτέχνης, έχει δηλαδή ένα βασικό θέμα να συνδιαλλαγεί, τον θάνατο! και γι’ αυτό δεν αρκεί να κουνάς μόνο πόδια και χέρια, χρειάζεται να κουνηθεί και η σκέψη.