24 ώρες με τον Κωνσταντίνο Ρήγο

της Αγγελικής Σάπικα

Close up

 

Από την επιθεώρηση των μαθητικών του χρόνων, ο Κωνσταντίνος προσγειώνεται μάλλον άβολα στο Οικονομικό της Νομικής, όπου αντέχει μόλις 2 χρόνια. Με αφορμή την ανακοίνωση του διαγωνισμού χορογραφίας το ’89 κάνει την πρώτη του χορογραφία μαζί με μια φίλη. Φτάνοντας στους τελικούς του διαγωνισμού, του δίνεται η δυνατότητα να δημιουργήσει και την «Οκτάνα». Στην πρώτη της παράσταση, το «Σώμα θυμήσου», διάφοροι φίλοι χορεύουν Τσιτσάνη και ο Κωνσταντίνος παίρνει εύκολα το 2ο βραβείο. Με την προτροπή της Ζωής Νικολούδη, δίνει εξετάσεις στην Κρατική Σχολή Χορού, όπου ο αυτοσχεδιασμός του, κερδίζει τις εντυπώσεις των κριτών. Ύστερα από 3 δύσκολα αλλά ωραία χρόνια στη σχολή, ανεβάζοντας παράλληλα διάφορες παραστάσεις, παρουσιάζονται με μεγάλη επιτυχία «Οι Γάμοι». Όλοι αρχίζουν να μιλούν πλέον για μια νέα, πολλά υποσχόμενη ομάδα. Τα βραβεία ακολουθούν το ένα το άλλο, οι επιχορηγήσεις αυξάνονται και μαζί και οι δυνατότητες για καλύτερες παραγωγές, ενώ ο κόσμος ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό. Ακολουθούν τέσσερα κρατικά βραβεία και, αργότερα, βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει, καλεσμένο από την Αναστασία Θεοφανίδου, την «Ωραία Κοιμωμένη». Το 2001 το Κρατικό Θέατρο αποκτά καινούργιο καλλιτεχνικό υπεύθυνο στο χοροθέατρο του Κ.Θ.Β.Ε. και η Θεσσαλονίκη μια ευκαιρία να βουτήξει στα βαθιά νερά του σύγχρονου χορού.

8:30 «Εδώ και λίγους μήνες, η μέρα μου ξεκινάει γύρω στις 8.30 με 9 το πρωί, για να μπορώ να πηγαίνω γυμναστήριο. Αν έχει ξυπνήσει η συγκάτοικός μου, μπορεί να βάλω μουσική, αλλιώς ανοίγω την τηλεόραση, για να πάρω μια ιδέα για το τι γίνεται στον κόσμο. Όταν ντύνομαι το πρωί, μου αρέσει να δημιουργώ μια εικόνα για το τι είμαι εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα. Γενικά, φοράω πολύ  jean, πάντα “Levis” και συμπαθώ καθόλου τα πολυεστερικά ρούχα και τα κολλητά μπλουζάκια. Θέλω να αισθάνομαι άνετα στα ρούχα μου.

9:00 Στο διαμέρισμά του, στην ανατολική πλευρά της πόλης, μένει σχεδόν τρία χρόνια. «Επέλεξα το συγκεκριμένο σπίτι, γιατί δεν αντέχω τα κλειστά σπίτια χωρίς φως και με υγρασία. Αυτό που αντιπαθώ είναι η γειτονιά και, ευτυχώς, εδώ που μένω δεν υπάρχει τέτοια αίσθηση. Η Θεσσαλονίκη πάντως μου αρέσει, γιατί νομίζω ότι εδώ ολοκληρώνομαι. Και η δουλειά μου πάει καλά και η σχέση μου με τον κόσμο είναι καλή. Είναι λίγο μικρή πόλη βέβαια, αλλά παρ’ όλα αυτά μπορεί να διατηρεί κανείς την ανωνυμία του μέσα σε αυτήν». Αυτό, βέβαια, δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει για τον Κωνσταντίνο που κατά καιρούς τον σταματούν στο δρόμο ή σε μπαρ για συγχαρητήρια ή για να του πούνε: «Μη φύγετε από τη Θεσσαλονίκη!».

Στο σπίτι του «σκηνοθετημένες» γωνιές από νεκρά παιδάκια – κούκλες δίπλα σε νάνους – φετίχ και κινηματογραφικές αφίσες, αντικείμενα και φωτιστικά αισθητικής 70s, διαφημιστικές αφίσες πάνω από στοίβες βιβλίων δείχνουν την έντονη προσωπικότητα του Κωνσταντίνου. «Το σπίτι περνάει φάσεις κάθε μήνα. Τα έπιπλα αλλάζουν θέση, φεύγουν αντικείμενα και μπαίνουν άλλα στη θέση τους. Βρίσκεται σε διαρκή κινητικότητα, ακολουθώντας τη διάθεσή μου».

11:30 «Μόλις τελειώσω από τις δύο ώρες γυμναστικής, πηγαίνω στο γραφείο». Εκεί τον περιμένει η βοηθός του Ιωάννα. Αποφάσεις για τις επόμενες παραστάσεις, αφίσες, προγράμματα περιμένουν την έγκρισή του και είμαι σίγουρη ότι οι ιδέες για όλα ξεκινούν και τελειώνουν σε αυτόν. Λίγο πριν φύγει για την πρόβα μπορεί να βρει λίγο χρόνο για φαγητό, συνήθως μια σαλάτα.

2:00 Ώρα πρόβας. Παρατηρώντας τις σαφείς οδηγίες που δίνει στους χορευτές του, αναρωτιέμαι αν όσα βλέπει κανείς πάνω στη σκηνή δεν είναι τελικά αυτοσχεδιασμός. «Και βέβαια δεν είναι. Είναι όλα απόλυτα προσχεδιασμένα. Και όσο περνάει ο καιρός, γίνονται ακόμη περισσότερο. Ακόμη κι οι αντιδράσεις του κόσμου είναι προσχεδιασμένες. Στον “Ταξιδιώτη του Χειμώνα”, για καθετί που έκανα, σκεφτόμουν πώς θα λειτουργεί ο κόσμος την ώρα που το βλέπει. Ήθελα να παίξω με το συναίσθημά του, να προσπαθήσω να τον κατευθύνω, χαλώντας την αίσθηση του χρόνου, του πώς έχει μάθει να βλέπει τα πράγματα. Ήθελα να τον κουράσω, να τον κάνω να χαλαρώσει, έτσι ώστε η συνέχεια να του έρθει σαν πολυβόλο». Βλέποντας το κοινό του στις τελευταίες του δουλειές, παρατήρησα διαφορετικές ηλικίες. «Το κοινό είναι απ’ όλα. Είναι πάντως καλό το ότι το ποσοστό των νέων έχει αυξηθεί σημαντικά τον τελευταίο καιρό. Όταν βλέπεις διαφορετικό κόσμο μαζεμένο, καταλαβαίνεις ότι αυτό που προσπαθείς να κάνεις, περνάει».

7:00 Η πρόβα μπορεί να κρατήσει μέχρι τις 7 το απόγευμα. Τα καλοκαίρια που ο καιρός ανοίγει, όμως, και οι πρόβες ξεκινούν νωρίτερα, ο Κωνσταντίνος πηγαίνει κάθε μέρα στη Χαλκιδική για μπάνιο. «Το πρόβλημα είναι ότι μου αρέσει να μην υπάρχει ψυχή στη θάλασσα και δεν μπορώ να φοράω μαγιό, οπότε πρέπει να βρίσκω πάντα μια παραλία, στην οποία να μπορώ να εναποθέσω την ελπίδα μου».

7:30 «Τον χειμώνα γυρνάω συνήθως σπίτι μετά τη δουλειά. Θα δω λίγο τηλεόραση, κυρίως ενημερωτικές εκπομπές, όπου όλοι πλακώνονται και το διασκεδάζω ή “Sex & the City”, που το παρακολουθώ μετά μανίας. Από την άνοιξη μέχρι και τον Οκτώβριο διαβάζω και πολλά βιβλία και πάντα, βέβαια, ακούω και μουσική». Στις παραστάσεις του έχουμε ακούσει τα πάντα. Από Diamanda Gallas έως και Robbie Williams. Ο ίδιος πάντως προτιμάει το εναλλακτικό ροκ και την ποπ. «Δεν είμαι βαθύς γνώστης της μουσικής. Την ακούω για ευχαρίστηση. Την εποχή που ετοιμάζω μια παράσταση, ακούω πάντα τη μουσική αυτού που φτιάχνω ή μουσική εκείνης της περιόδου». Στον «Ταξιδιώτη του Χειμώνα», την παράσταση που θα επαναληφθεί, στα τέλη Μαΐου, ροκ ακούσματα συναντούν για άλλη μια φορά κλασικούς δημιουργούς, όπως ο Σούμπερτ. Γι’ αυτό το σκοτεινό, ομαδικό ταξίδι στον χειμώνα και την ομορφιά, ο Κωνσταντίνος παραδέχεται ότι είναι η πιο δύσκολή του δουλειά. Ξεκινάει από μία τελείως μεταφυσική κατάσταση, περνάει σ’ ένα πολύ εκστατικό δεύτερο μέρος, που είναι η κάθαρση, η χαρά, η ευτυχία και τελειώνει με ένα πολύ έντονο φινάλε, που δημιουργεί μια εικόνα για τον κύκλο της ζωής, από τη γέννηση ως το θάνατο. Τον έχω επανειλλημένα ρωτήσει γιατί τα έργα του είναι τόσο «μαύρα». Η απάντησή του είναι ότι ο ίδιος προσωπικά τα διαβάζει ως μαύρες κωμωδίες. «Black humour το ονομάζω». Ο ίδιος άλλωστε μπορεί να έχει μια βαθιά απαισιοδοξία μέσα του, αλλά σε οτιδήποτε συμβεί βρίσκει πάντα τη θετική πλευρά.

9:00 «Όταν δεν επιστρέφω σπίτι μετά την πρόβα, πηγαίνω συνήθως σινεμά, που είναι και το μόνο πράγμα που με ευχαριστεί πάρα πολύ. Καμιά φορά μπορεί να πάω και στο θέατρο. Όποτε κατεβαίνω στην Αθήνα για τριήμερο, παρακολουθώ συνήθως τρεις παραστάσεις». Γνωρίζοντας ότι ταξιδεύει πολύ συχνά, αφού τον καλούν από όλον τον κόσμο, για να παρουσιάσει τη δουλειά του, τον ρωτάω αν του αρέσει να φεύγει. «Βαριέμαι όταν μια μέρα εναλλάσσεται με την άλλη με τον ίδιο τρόπο και προσπαθώ να φεύγω συχνά. Στα ταξίδια έχω τελείως διαφορετικό πρόγραμμα. Ξυπνάω πολύ νωρίς, τρώω ένα μεγάλο πρωινό, τριγυρνάω στα μαγαζιά μέχρι το μεσημέρι, πηγαίνω σε ένα μουσείο την ημέρα, μετά στο θέατρο και καταλήγω σε κάποιο μπαρ. Γενικά, πάντως, ακόμη και στις καλοκαιρινές μου διακοπές, δεν μου αρέσει να ανακαλύπτω νέα μέρη, το θεωρώ δουλειά. Προτιμώ να πηγαίνω στα σπίτια δύο φίλων, στη Σύρο και την Πάρο, να κάθομαι εκεί για 20 μέρες και να μην κάνω τίποτε».

11:00 «Τα βράδια που βγαίνω, πηγαίνω σε κάποιο μπαρ, όπως το “Elvis”, ο “Θερμαϊκός”, το “Stretto”, το “Pastaflora” και το “The Bar” το καλοκαίρι. Για φαγητό, προτιμάω τον “Ζύθο”, τα ”Parapoli”, το “Sushi Bar”, το “Tiffanys” και το “Kitchen Bar”. Μου αρέσει πάντως και να καλώ φίλους στο σπίτι. Πάντα περνάμε πολύ καλά και καταλήγουμε να χορεύουμε όλοι μαζί». «Είναι άραγε διαφορετικοί άνθρωποι οι χορευτές;» τον ρωτάω. «Δεν νομίζω ότι είμαστε διαφορετικοί. Απλώς κάποιοι από εμάς είναι πιο ανοιχτοί. Με λιγότερες αναστολές και περισσότερη ανοχή. Προσωπικά πάντως είμαι ευαίσθητος σε θέματα που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ευγένεια».

1:00 «Γύρω στη 1 -2 πέφτω για ύπνο». Μεταξύ δημιουργίας, σκληρής δουλειάς και διασκέδασης, ο Κωνσταντίνος φαίνεται ότι έχει βρει τη χρυσή τομή, αφού δεν θα άλλαζε τίποτα από το 24ωρό του, εκτός από τις ώρες που θα ήθελε να είναι λίγες παραπάνω, για να τα προλαβαίνει όλα. Νομίζω ότι όταν πρωτοήρθε στη Θεσσαλονίκη δεν φανταζόταν ποτέ ότι ερχόταν για να μείνει και να αλλάξει τα γούστα μας, τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Όπως του είπε και μια κυρία κάποτε: «Αυτό που κάνετε, αλλάζει την ιστορία, μόνο που εσείς δεν το ξέρετε!».