«Βιαστείτε… μεγαλώνουμε!»

Συνέντευξη στη Χρύσα Νάνου

Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 5 Ιουνίου 2005

 

Γνήσιο τέκνο της δεκαετίας του ’90, καιρού κοσμογονίας για το σύγχρονο χορό στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Ρήγος ισορροπεί εδώ και τέσσερα χρόνια με χάρη και ακρίβεια… χορευτή στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Χοροθεάτρου του ΚΘΒΕ. Αυτόν τον καιρό συνυπογράφει με το Βρετανό Νάιτζελ Τσάρνοκ την παράσταση «Μέγκλα» που παρουσιάστηκε στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. «Μία παράσταση με δύο έργα διαφορετικού αισθητικού, ιδεολογικού και κινητικού προσανατολισμού. Το δικό μου, ο “Λευκός θόρυβος”, είναι πιο συναισθηματικό, πιο βαριά φορτισμένο, ενώ του Νάιτζελ, το “Μεσάνυχτα μείον τρία” εκφράζει τη χαρά της ζωής. Αυτό λειτούργησε θετικά, καθώς ο θεατής στο πρώτο μέρος φεύγει χαρούμενος», εξηγεί ο Κ. Ρήγος στον «ΑτΚ».

- Χιούμορ και χορός συναντιούνται;

- Σε αυτά που έχω κάνει εγώ, στη «Μνήμη των Κύκνων» για παράδειγμα, νομίζω ότι υπάρχουν έντονα στοιχεία. Στη βόρεια Ευρώπη, Βέλγιο, Γερμανία, Βρετανία, ο χορός έχει χιούμορ. Ο ελληνικός χορός θέλει να είναι λίγο πιο σοβαρός. Επειδή ακριβώς δεν έχει μεγαλώσει κανονικά, δεν έχει περάσει από την παιδικότητα στην εφηβεία.

- Γιατί, πιστεύετε, ότι συνέβη αυτό;

- Ο άνθρωπος μεγαλώνει κανονικά όταν βρίσκεται σε κανονικό περιβάλλον, αλλιώς μεγαλώνει βίαια. Εδώ έγινε ξαφνικά μία έκρηξη, εμφανίστηκαν τέσσερις πέντε άνθρωποι, που άρχισαν κι έκανα πράγματα και αυτό διαμόρφωσε την εικόνα του σύγχρονου χορού στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει μια βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκαν αυτοί οι άνθρωποι, δεν υπάρχει καν μία πλατφόρμα πάνω στην οποία δουλεύουν, όλοι είναι με έναν τρόπο Δον Κιχώτες.

- Πού οφειλόταν η «έκρηξη» αυτή της δεκαετίας του ’90;

- Στους ανθρώπους κυρίως. Μπορώ να περηφανευτώ ότι στο έτος μου στην Κρατική Σχολή Χορού ήταν σχεδόν όλοι αυτοί που σήμερα εκπροσωπούν το σύγχρονο χορό στην Ελλάδα, όπως η Αποστολία Παπαδαμάκη, ο Δημήτρης Σωτηρίου της “Sine Qua Non”. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου είχε κάνει κι αυτός το άνοιγμά του από έναν τελείως διαφορετικό δρόμο. Ήταν σαν να βρεθήκαμε σε μία ευτυχή συγκυρία, όπου δεν μας έδιναν τις συνθήκες, αλλά μας έδιναν το πεδίο. Δεν μας δόθηκε το κτίριο έτοιμο, χτισμένο, αλλά μας δόθηκε τουλάχιστον το… οικόπεδο! Οπότε παίξαμε, όπως όλα τα παιδιά παίζουν σε όποιο οικόπεδο βρουν άδειο. Μόνο που έμεινε άδειο το οικόπεδο…

- Πώς είναι τα πράγματα για τον ελληνικό χορό σήμερα;

- Δύσκολο. Δεν υπάρχουν πολλά χρήματα, δεν προωθείται ο ελληνικός χορός στο εξωτερικό, δεν υπάρχουν ινστιτούτα μελέτης του χορού. Υπάρχουν βέβαια τα Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, όπως και κάποια τμήματα στο πανεπιστήμιο, αρχίζουν και γίνονται αργά και ταυτόχρονα οι άνθρωποι μεγαλώνουν. Και τη δημιουργική περίοδο, που είναι από τα 30 ως τα 40, εμείς την τελειώνουμε όπου να ’ναι.

- Φαίνεται να υπάρχουν συνεχιστές;

- Όχι, αυτήν τη στιγμή δεν μπορώ να το πω. Αυτοί που ήταν πριν από μας είχαν αφήσει ένα περιθώριο κι εμείς το καπελώσαμε πολύ έντονα, δεν εννοώ με την αρνητική έννοια, αλλά με ισχυρές προσωπικότητες και ισχυρές δουλειές. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου είναι μία πολύ σημαντική προσωπικότητα, έχει πάρει μία πολύ μεγάλη μερίδα από το σύγχρονο χορό, την οποία δύσκολα άλλος θα καταφέρει να κατακτήσει. Εγώ και κάποιοι άλλοι έχουμε φτιάξει τη δική μας σχέση με το κοινό, με τους χορευτές, έχουμε δημιουργήσει μία ιστορία. Για παράδειγμα, όταν εγώ βγήκα, έκανε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου αυτό που έκανε κι εγώ έλεγα ότι θα κάνω το αντίθετο. Εμείς βρήκαμε το δικό μας κώδικα με το πέρασμα του χρόνου. Τώρα αυτός που θα βγει πρέπει να διαλύσει κι εμένα και τον εαυτό του και να κάνει και μία καινούργια πρόταση. Πόσο εύκολα όμως είναι να γίνονται προτάσεις κάθε μέρα;

- Κλείνετε έναν κύκλο τεσσάρων ετών στη Θεσσαλονίκη; Πέτυχε το εγχείρημα;

- Θεωρώ ότι πέτυχε. Αυτό που είχα σκεφτεί όταν ήρθα το 2001, ήταν να κάνω μία δυνατή ομάδα με πάρα πολύ καλούς χορευτές, οι οποίοι να μπορούν να χορέψουν οτιδήποτε τους ζητηθεί σε ό,τι αφορά το χοροθέατρο και το σύγχρονο χορό – εκτός από κλασικό μπαλέτο που είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Ταυτόχρονα ήθελα αυτό να αφορά και το κοινό και το Χοροθέατρο να είναι μέρος της πόλης, όπως κι εγώ να είμαι μέρος της πόλης. Ζω μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, δεν ήρθα σαν επισκέπτης, άφησα το σπίτι μου στην Αθήνα και ήρθα να ξεκινήσω μία ζωή από την αρχή, γιατί πίστευα ότι δεν μπορεί να είναι το Χοροθέατρο μία ομάδα κάπου στη Θεσσαλονίκη, αλλά η πιο σημαντική ομάδα στ5ην Ελλάδα. Νομίζω ότι αυτό το κατάφερα.

- Τα σχέδιά σας από δω και πέρα;

- Θα πάμε στο Φεστιβάλ Χορού της Αθήνας με το «Δωμάτιο του Ιγκόρ», στις 11 Αυγούστου θα εμφανιστούμε στο Ηρώδειο  στη συναυλία του Χρήστου Λεοντή «Αριστοφάνης – Χελιδών ηδομένη», το Σεπτέμβριο θα πάμε στην Ιταλία ίσως και στην Πορτογαλία με τη «Μνήμη των Κύκνων». Τον Οκτώβριο θα ξαναπαρουσιάσουμε τον «Ιγκόρ» στη Θεσσαλονίκη, το ζήτησε και ο διευθυντής μας.

- Αρχικά ο νέος διευθυντής του ΚΘΒΕ φάνηκε κάπως επιφυλακτικός απέναντι στο Χοροθέατρο.

- Νομίζω ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα. Όταν ήρθε ο Νικήτας Τσακίρογλου, είχε να αντιμετωπίσει όλο το Κρατικό – το Χοροθέατρο δεν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε άμεσα, φαντάζομαι. Όταν είδε την πρώτη μας παράσταση, τον «Ιγκόρ», νομίζω ότι και ο ίδιος ενθουσιάστηκε, κατάλαβε ότι αυτό που κάνουμε είναι σοβαρό, δεν είναι ένα παιχνίδι. Και το δ.σ. είναι υπέρ όλης αυτής της κατάστασης του Χοροθεάτρου και ο διευθυντής μου δείχνει ότι όσο μπορεί κάνει. Πιστεύω θα μπορούσαμε και περισσότερα, αλλά τα πράγματα κερδίζονται. Κι εμένα δεν μου αρέσει να είναι τίποτα δεδομένο. Δεν μου αρέσει να αμφισβητείται αν έχω αξία – γιατί πιστεύω ότι έχω – αλλά ταυτόχρονα μου αρέσει να κερδίζω τους ανθρώπους μ’ αυτό που κάνω και όχι μ’ αυτό που πρέπει να αποδεχτούν ότι είμαι. Είναι μεγάλο κέρδος και για μένα και για την ομάδα ότι ο κόσμος αναγνωρίζει αυτό που κάνουμε περισσότερο από αυτό που είμαστε. Μπορεί να είμαι ο Ρήγος, να έχω όνομα, να με ξέρει μια μερίδα του κόσμου, αλλά μου αρέσει όταν έχω μια δυσκολία να μπορώ να την αντιμετωπίσω με τη δουλειά μου και τίποτε άλλο.