«Μας αφορά και το ποιητικό και το καθημερινό»- ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ

 

Αντι-περιοδικό

του Παναγιώτη Ιωαννίδη

 

Ο Κώστας Ρήγος, ένας από τους σημαντικότερους νέους έλληνες χορογράφους και χορευτές, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης. Το 1989 ιδρύει το «Χοροθέατρο Οκτάνα», ενώ παράλληλα συνεργάζεται και με άλλα σχήματα (Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν κ.ά.). Χορογραφίες του έχουν βραβευθεί, και παρουσιαστεί και στο εξωτερικό. Η σημαντικότερη δουλειά του ξεκινά το 1992 με το Άντε Καλημέρα (σε συνεργασία με τη Βάλια Παπαχρήστου), συνεχίζεται με τους Γάμους (1993, σε μουσική Ιγκόρ Στραβίνσκυ) και το Φθινόπωρο ΄44 (1994), για να καταλήξει, φέτος, με το Δάφνις και Χλόη, σε μουσική Μωρίς Ραβέλ, που ήδη έχει προκαλέσει πολύ θερμή ανταπόκριση και σχόλια – όλα με το «Χοροθέατρο Οκτάνα», για το σημερινό δυναμικό του οποίου δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του. Ξεκινήσαμε τη συζήτηση με τον Κ. Ρήγο, ρωτώντας τον (μολονότι είναι παραπλανητικός ο όρος «γενιά»), αν υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων, λίγο – πολύ συνομηλίκων, που να έχουν αναζωογονήσει το χορό στην Ελλάδα. Με την απάντησή του ξεκίνησε η συνέντευξη:

- Ναι, πιστεύω πως υπάρχουν 3-4 ομάδες νέων ανθρώπων αυτή τη στιγμή που έχουν δώσει μια τονωτική ένεση στο χορό, που θα κάνουν σπουδαία πράγματα, και θα εκπροσωπήσουν επάξια την Ελλάδα στο εξωτερικό. Η έξαρση που υπήρχε στο ελληνικό θέατρο πριν κάμποσα χρόνια, βλέπω να υπάρχει σήμερα στο χορό.

- Βλέπετε κάποια κοινά στοιχεία ή κοινές προσδοκίες, που θα δικαιολογούσαν τον καταχρηστικό όρο «γενιά», μεταξύ των νέων Ελλήνων χορευτών και χορογράφων;

- Νομίζω πως το πιο σημαντικό αυτής της γενιάς είναι ότι πιστεύουν πάρα πολύ σ’ αυτό που κάνουν και πιστεύουν πως μπορούν να αντεπεξέλθουν στους στόχους που έχουν θέσει – δεν είναι άνθρωποι που τους έτυχε ο χορός μπροστά τους, ούτε παιδιά πλουσίων οικογενειών, με γαλλικά και μπαλέτο! Είναι όλοι νέοι άνθρωποι πολύ καθημερινοί, πολύ σημερινοί – απλώς, τα πράγματα που τους αφορούν τα μετουσιώνουν σε χορό. Είναι πολύ σημαντικό αυτό, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να πούμε ότι έχουμε ένα πράγμα ζωντανό, που μας αφορά, με οποιοδήποτε τρόπο, είτε με τρόπο παραμυθίας, είτε με τρόπο έντονα βιωματικό. Μπορεί να είναι κάτι πολύ ποιητικό και να σε αφορά, μπορεί να είναι κάτι πολύ καθημερινό και να σε αφορά επίσης. Το αν σε αφορά ή δεν σε αφορά έγκειται στο αν είναι καλά φτιαγμένο, σε τίποτ’ άλλο.

- Μια και κάθε καλλιτέχνης δημιουργεί ο ίδιος την παράδοσή του, εσείς ποιους προγόνους θα διαλέγατε;

- Στην Ελλάδα, πολλοί έχουν κάνει παλιότερα σπουδαία δουλειά στο χορό. Όσο για μένα, έχω επηρεαστεί περισσότερο από το ελληνικό θέατρο και τον ξένο χορό. Πολύ έντονα θυμάμαι τις παραστάσεις του Κ. Κουν, που τις έβλεπα από 14 χρονών, να με συγκινούν και να μην μπορώ να εξηγήσω τι ήταν αυτό που αισθανόμουν. Απ’ την άλλη, θαυμάζω πολύ την Πίνα Μπάους, αλλά το ίδιο πολύ θαυμάζω και τον Μπαλανσίν, που είναι ακριβώς το αντίθετο. Και ο κινηματογράφος μ’ έχει επηρεάσει, και η ζωγραφική: ως εικόνες, ως στιγμιότυπα, που δημιουργούν συναισθήματα. Είναι πολύ περίεργο το πώς μπορούν να σ’ επηρεάσουν πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους, και να σ’ οδηγήσουν πια κάπου αλλού. Μπορείς στο καθένα να βρίσκεις πράγματα που σε αφορούν, και ταυτόχρονα να σου δίνεται η ευκαιρία ν’ αναιρείς όλα τ’ άλλα. Χορό, βέβαια, είδα πρώτη φορά με τον Μπεζάρ…

- …Όπως τόσοι από μας… Μιλήσατε για «αναίρεση»· θέλει αρκετό θάρρος και αυτοπεποίθηση να αναιρείς κάτι που έχεις κάνει ή που σου αρέσει στο παρελθόν, διατηρώντας ωστόσο μια εσωτερική πορεία, που ενδεχομένως ούτε καν τη γνωρίζεις ο ίδιος.

- Ναι, θέλει. Αλλά εκεί είναι και το ρίσκο και η ευχαρίστηση αυτής της δουλειάς. Είναι πολύ ωραίο να παίζεις με την ιστορία, καμιά φορά. Έτσι, σ’ ένα έργο σημερινό, το Δάφνις και Χλόη, βρίσκει κανείς, κατά τη γνώμη μου, μια νεορομαντική διάθεση, ενώ χρησιμοποιούνται και κινησιολογικά στοιχεία που θυμίζουν Μπαλανσίν, νεοκλασικά.

- Η εμμονή, με τους Γάμους πέρσι, και το Δάφνις και Χλόη φέτος, στα Μπαλέτα του Ντιαγκίλεφ των αρχών του αιώνα, είναι όντως εμμονή, ή είναι σύμπτωση;

- Θα μπορούσε να είναι και εμμονή. Οι αρχές του αιώνα είναι η περίοδος όπου γίνανε πολλά μεγάλα πράγματα στην τέχνη γενικότερα, και γεννήθηκε και ο μοντέρνος χορός. Νομίζω πως τώρα, στο τέλος του αιώνα, είναι καλό να ρίξουμε μια ματιά στο τι έγινε πριν, και να προχωρήσουμε στα επόμενα. Και νομίζω ότι πάντα υπάρχει καιρός να πεις και τη δική σου άποψη σε κάτι που είναι ήδη δεδομένο.

- Ωστόσο, Δάφνις και Χλόη, το 1995, με μια νεαρή ομάδα, έναν νεαρό χορογράφο, η κατηγορία του ακαδημαϊσμού δεν πρέπει να είναι και πολύ μακριά…

- Δεν νομίζω ότι το θέμα είναι ακαδημαϊκό, ούτε βέβαια το προσέγγισα έτσι. Αντίθετα, έχει μια φρεσκάδα, τη φρεσκάδα ενός έρωτα, που μας αφορά πάντα. Για μένα, το ερωτικό στοιχείο είναι πρωταρχικό, είναι ζήτημα ζωής.

- Όντως, το ερωτικό στοιχείο είναι πολύ έντονο. Και σε αντίθεση με τους Γάμους, που είχαν έναν σπαραγμό, μια εξάντληση των σχέσεων, στο Δάφνις και Χλόη μοιάζει να κυριαρχεί η αθωότητα, παρά την παρουσία ενός βιασμού.

- Ναι, στους Γάμους υπήρχε μια ουσιαστική βιαιότητα και μια στρέβλωση, ένα πάθος έντονο· ενώ εδώ έχουμε ένα ρομάντζο: είναι όλοι ευτυχισμένοι! Ήταν θέμα επιλογής: ήθελα να δώσω την αθώα πλευρά του έρωτα, την άλλη όψη του νομίσματος. Φυσικά, είναι καθοριστική η επιλογή της μουσικής, που καθορίζει την κινησιολογία. Συνήθως χορογραφώ «πάνω» στη μουσική, μπορεί να μην τη «μετράω», αλλά την ακούω πολύ καθαρά. Επίσης, χορογραφώ «πάνω» στους χορευτές της ομάδας: είναι άνθρωποι που μπορούν να κάνουν πάρα πολλά πράγματα, κι είναι έτοιμοι να τα κάνουν. Αλλά καμιά φορά τους ζητώ να κάνουν και άλλα απ’ αυτά που θα θέλανε. Κι είναι πολύ ωραίο να φέρνεις τους ανθρώπους αντιμέτωπους με τον εαυτό τους, και να βλέπεις ότι, τελικά, πολύ εύκολα τον ξεπερνάνε. Αυτό είναι και η μαγεία της τέχνης: ότι μπορεί να σε κάνει να ξεπεράσεις οτιδήποτε έχεις οριοθετήσει εσύ γύρω σου. Αλλά για να ξαναγυρίσω στην ερώτησή σας, το Δάφνις και Χλόη αφήνει πράγματι στο τέλος μια γλυκιά αίσθηση και μια ευγένεια – ακριβώς αντίθετα απ’ τους Γάμους.

- Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία σκηνή, με το μοίρασμα της τράπουλας, είναι σχεδόν απειλητική…

- Ναι, είναι· πάντα υπάρχει μια απειλή στον έρωτα: δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει η επόμενη μέρα.

- …Κι αν ο άσος είναι δικός σου…

- …Ή του αλλουνού… Και, τέλος πάντων, ποιος θα αποκαλύψει τον εαυτό του περισσότερο…

- Παρουσιάζετε τρεις Χλόες: αυτό τι αντικατοπτρίζει;

- Ξεκίνησε το έργο, που έχει τρία μουσικά μέρη, το καθένα με διαφορετικές καταστάσεις. Έτσι, οι τρεις Χλόες θα είχαν από την αρχή η καθεμία τη διάθεση της κατάστασης στην οποία θα βρίσκονταν: η Χλόη-που-βιάζεται, είναι βιασμένη από την αρχή, η Χλόη-Γυναίκα το ίδιο. Πιστεύω ότι στον άνθρωπο υπάρχουν όλα απ’ την αρχή, κι αυτό που θα βιώσει σε κάποια στιγμή της ζωής του υπάρχει από την αρχή, είναι δεδομένο. Έτσι και η Χλόη, έχει την τύχη να τα ζήσει όλα, μόνο που δεν ξέρει πότε ακριβώς έχει αυτή την τύχη. Ενώ ο Δάφνις είναι ένας έφηβος που παραμένει έφηβος: ακόμα και όταν βιώνει τον έρωτα με τη Χλόη-Γυναίκα, εκείνη που τον οδηγεί.