Η ζωή του όλη ένα μεγάλο «Καμπαρέ»

Χειμαρρώδης, πολυτάλαντος και για κάποιους εκκεντρικός, ο πολυσχιδής σκηνοθέτης μιλάει για την πορεία του και το προσωπικό του σύμπαν λίγο πρoτού μας ανοίξει την πόρτα του δικού του μεγάλου «Καμπαρέ»...  

 

Πλήθος κόσμου στέκει έξω από το Μέγαρο Μουσικής για να παρακολουθήσει την πρεμιέρα της ταινίας «Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα» με πρωταγωνιστή τον Τζέρεμι Αϊρονς. Ανάμεσά τους ο Κωνσταντίνος Ρήγος ή, αλλιώς, το πρόσωπο που έχει συζητηθεί όσο κανένα άλλο στους καλλιτεχνικούς κύκλους το τελευταίο διάστημα. Λίγα λεπτά κουβέντας αρκούν για να αντιληφθείς ότι ένα ανήσυχο πνεύμα μπορεί να συμπορεύεται υπέροχα με έναν απόλυτα φυσιολογικό ψυχισμό...

- Τι κέντρισε το ενδιαφέρον σου στο «Καμπαρέ» και αποφάσισες να το κάνεις παράσταση; 

Το «Καμπαρέ» είναι ένα μιούζικαλ-μπεστ σέλερ, παίζεται σε όλο τον κόσμο και αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Πρόκειται για ένα έργο με εξαιρετικό περιεχόμενο και υπέροχη μουσική. Πάνω από μία δεκαετία περνούσε συχνά από το μυαλό μου να καταπιαστώ μαζί του, με γοήτευε όλος αυτός ο κόσμος που περιγράφει το έργο, αλλά και η εποχή όπου διαδραματίζεται, μια εποχή που γέννησε ακόμα και στην τέχνη μεγάλα γεγονότα. 

- Πόσο «πειραγμένο» θα είναι; 

Αισθητικά και ερμηνευτικά θα είναι τόσο πειραγμένο ώστε να μην αλλοιώνεται η πρόθεση των δημιουργών. Μελετήσαμε εγώ και η ομάδα μου εντατικά τόσο την ιστορία του έργου όσο και την εποχή ώστε να φτιάξουμε μια παράσταση που να έχει άρωμα εποχής, αλλά και να παραμένει σύγχρονη. Το κείμενο δείχνει όλους τους δρόμους και, αν το διαβάσεις προσεκτικά, θα οδηγηθείς εκεί που πρέπει. Μην ξεχνάμε ότι την περίοδο όπου διαδραματίζεται, στο Βερολίνο συμβαίνουν τα πάντα. Είναι η εποχή της απόλυτης απελευθέρωσης των ηθών. Οι δύο κόσμοι του έργου, η καθημερινότητα και η υπέρβαση, πρέπει να αποδοθούν για να λειτουργήσει το έργο. Το καμπαρέ είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας. Το μιούζικαλ «Καμπαρέ» αναφέρεται σε τρία ζευγάρια που οι ιστορίες τους μπλέκονται μέσα σε ένα πρώην αρχοντικό με ενοικιαζόμενα δωμάτια, σε αντίθεση με την ταινία που δίνει έμφαση σε ένα ερωτικό τρίγωνο. Τα πρόσωπα του έργου είναι άλλα. Μόνο o συγγραφέας, η Σάλι Μπόουλς και ο κομπέρ ειναι κοινά.

- Με ποια λογική επέλεξες τρεις ετερόκλητες μεταξύ τους γυναίκες, τη Μαρία Ναυπλιώτου, τη Νάντια Μπουλέ και την Τάνια Τσανακλίδου; 
Η Τάνια Τσανακλίδου είναι μια τεράστια φωνή, μια μεγάλη ιστορία στο ελληνικό τραγούδι. Θυμάμαι ότι στην πρώτη μου δουλειά, χρόνια πριν, είχα χορογραφήσει ένα τραγούδι της, το «Πάτωμα». Χρόνια μετά γνωριστήκαμε, κάναμε παρέα, μετά χαθήκαμε και τώρα μου έκανε την τιμή να δεχτεί να αφήσει το προσωπικό της καταφύγιο στο Πήλιο και να έρθει στην Αθήνα να φωτίσει μια μοναδική ηρωίδα, τη φροϊλάιν Σνάιντερ. Η Μαρία Ναυπλιώτου ήταν η πρώτη και μοναδική επιλογή για τον ρόλο της Σάλι Μπόουλς. Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια και μετά την «Bossa Nova» στο Εθνικό ήταν για μένα ξεκάθαρο ότι αυτή θα είναι η Σάλι - ευτυχώς που πλησιάζει η στιγμή να τη δει και το κοινό. 

Τα ταλέντα της και η επιμονή της είναι μοναδικά. Ισως να κάνει εντύπωση η παρουσία της Νάντιας Μπουλέ, η οποία προέρχεται από τον λεγόμενο χώρο του θεάματος. Ωστόσο, διαθέτει εξαιρετική φωνή, πολύ καλή κίνηση και ένα πρόσωπο λαμπερό που ταιριάζει απόλυτα στον ρόλο της νεαρής φροϊλάιν Κοστ. Το καστ μοιάζει να είναι ανατρεπτικό, αλλά με ενδιέφερε να φτιάξω έναν θίασο που δεν στέκεται σε μια εξωτερική εμπορική βιτρίνα. Αλλωστε ο τίτλος «Καμπαρέ» είναι πιο εμπορικός από όλους μας. Ο,τι κι αν έχει κάνει ο καθένας μας στην επαγγελματική του πορεία, τη φήμη του έργου δεν μπορεί να την ξεπεράσει. 

-Τι σε έχει δυσκολέψει; 
Τα πάντα. Είναι ένα πολύ δύσκολο έργο! Αρχικά δεν φαινόταν, αλλά έχει υπερβολικές απαιτήσεις. Συνήθως στα μιούζικαλ πρέπει να εξυπηρετηθεί η υπόθεση ώστε να αποδοθούν σωστά οι ρόλοι και να ερμηνευτούν άψογα τα τραγούδια. Στο «Καμπαρέ» πρέπει να κάνεις ταυτόχρονα μια θεατρική παράσταση, μια μουσική συναυλία και μια μοναδική χορογραφία. 
Νομίζω ότι είναι από τις πιο σύνθετες παραστάσεις που έχω κάνει. 

- Εχω την αίσθηση ότι τα «Κόκκινα φανάρια» σου συνδέονται κατά κάποιον τρόπο με το «Καμπαρέ»...  
Συνδέονται γιατί έκανα τα «Κόκκινα φανάρια» έχοντας στο μυαλό μου το «Καμπαρέ». Και τότε ήθελα να κάνω το «Καμπαρέ», αλλά δεν ήταν ακόμα η στιγμή. Τα «Κόκκινα Φανάρια» ήταν για μένα ένα μεγάλο σχολείο όσον αφορά στη θεατρική πράξη και στην τέχνη τού να συνεργάζεσαι ταυτόχρονα με πολλούς ηθοποιούς. Ευτυχώς, που προηγήθηκε του «Καμπαρέ» γιατί τώρα είμαι πλέον ξεκάθαρος σχετικά με το τι θέλω και πώς να το ζητήσω. 

- Πόσο επίκαιρο είναι το έργο;
 
Αρκετά, διότι όλα τα γεγονότα διαδραματίζονται σε μια εποχή μεγάλης οικονομικής κρίσης στο Βερολίνο κατά την περίοδο της ανόδου του ναζισμού. Ωστόσο, δεν μπορείς να πεις ότι είναι απόλυτα επίκαιρο γιατί η εποχή εκείνη είχε μια τεράστια αθωότητα σε αντίθεση με το δικό μας σήμερα. 
- Κοιτάζοντας τη μεγάλη σου πορεία, που περιλαμβάνει χορό, θέατρο, βιντεοκλίπ, φωτογραφία και πολλά ακόμη, αναρωτιέμαι πόσο μεθοδευμένα ήταν όλα αυτά ώστε να συμβούν…  
Ηταν όλα τυχαία, χωρίς καμία «μεθοδευμένη» σκέψη και θεωρώ ότι στάθηκα τυχερός γιατί δεν είχα καν σκεφτεί ότι θα κάνω τέτοια πορεία. Η πρώτη φορά που χορογράφησα ήταν εντελώς συμπτωματική: μια φίλη μου ήθελε να συμμετάσχει σε έναν διαγωνισμό, πήγα μαζί της και πήραμε έπαινο. Την επόμενη χρονιά πήγα μόνος μου και πήρα βραβείο. Μετά, βρέθηκα στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης και στο πρώτο έτος χορογράφησα με το Θέατρο Τέχνης στην Επίδαυρο. Τα γεγονότα συνέβησαν γρήγορα και όλα στο κατάλληλο timing. Στη συνέχεια προέκυψε να κάνω ένα βιντεοκλίπ και μετά ασχολήθηκα εκτενώς με τα βιντεοκλίπ και τη φωτογραφία, που αποτελούσε μια άλλη πλευρά μου. Μετά ήρθε το θέατρο. Ολα πήγαν βήμα-βήμα: χορογραφίες, θεάματα, ηθοποιοί, τραγουδιστές, μια πολυμορφία μέσα στην οποία βρίσκω τεράστιο ενδιαφέρον. Ωστόσο, η πορεία μου ήταν ήσυχη κι ας φαίνεται διαφορετική. 

- Από την πολλή δουλειά έχασες κάποια στιγμή την ισορροπία σου; 
Κάποια στιγμή την έχασα, αλλά στην πραγματικότητα μέσα από την «ανισορροπία» ανακάλυψα τον εαυτό μου, την ύπαρξή μου και τη θέση μου στην κοινωνία. Μπορεί με τις πολλές ώρες δουλειάς να έχασα κάποια πράγματα, αλλά τα βρήκα στη συνέχεια πιο συνειδητοποιημένα και λιγότερο ελαφρά. 

- Ποια ήταν τα συστατικά τής μέχρι τώρα πορείας σου; 
Η συνεχής ανάγκη να δημιουργώ. Κάθε στιγμή κάτι σκέφτομαι, παράλληλα μου αρέσει που δεν έχω μια συγκεκριμένη πορεία και που έχω κατακτήσει αυτά που ήθελα να πετύχω βάσει των δικών μου επιλογών. Εχω επιλέξει να ζω και να εργάζομαι με έναν συγκεκριμένο τρόπο και χαίρομαι που οι συνεργάτες και οι φίλοι μου τον αντέχουν. 

- Σε ενοχλεί που υπάρχουν άνθρωποι που σε αμφισβητούν; Καθόλου. Ολα γύρω μας αμφισβητούνται και κρίνονται. Γιατί να μη συμβαίνει και με εμένα;

- Μια δόση εκκεντρικότητας που κουβαλάς θεωρείς ότι βοήθησε στη δουλειά σου;  
Δεν ξέρω τι σημαίνει εκκεντρικότητα. Θεωρώ ότι είμαι πολύ φυσιολογικός άνθρωπος. Συμπεριφέρομαι σε όλους φυσιολογικά, δεν κάνω υστερίες, δεν έχω σνομπισμούς και δεν είμαι δύσκολος στις συναναστροφές μου. Μάλλον το «εκκεντρικός» έχει να κάνει με τις σκηνοθετικές μου επιλογές, οι οποίες είναι διαφορετικές. Η ζωή μου και το μυαλό μου είναι δυο πράγματα που καμιά φορά συγκρούονται. Αυτά που σκέφτομαι εγώ και μπορεί σε κάποιους να φαίνονται εκκεντρικά για μένα είναι τελείως φυσιολογικά. Και να είναι τελικά εκκεντρικά, αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το αντιληφθώ.

- Κάνεις πρόκληση για την πρόκληση στη δουλειά σου; 
Οχι, δεν θεωρώ ότι κάνω πρόκληση για την πρόσκληση. Ο κόσμος που δημιουργώ θεατρικά ή χορογραφικά είναι ο δικός μου κόσμος, έχει τη δική μου σκέψη, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τη συνεργασία με όλους που συμμετέχουν σε μια παράσταση, καθετί που κάνω εμπεριέχει μια συλλογική εργασία, απλώς εγώ κάνω τις τελικές επιλογές. Φτιάχνω το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να αναπνεύσουν όλοι. Και τι σημαίνει πρόκληση; Η τέχνη πρέπει να προκαλεί, να διεγείρει τις αισθήσεις ώστε ο άνθρωπος να σκέφτεται και να προχωρήσει. Το θέατρο οφείλει να είναι καθρέφτης της κοινωνίας. Οπως ο καθρέφτης που υπάρχει στο καμπαρέ, ο οποίος πρέπει να δείχνει και το κοινό αλλά και τον κόσμο του καμπαρέ. Μακάρι να καταφέρνω πάντα να καταγράφω αυτό που συμβαίνει γύρω μου όπως είναι. Και κάτι σημαντικό για το τέλος: το «Καμπαρέ» είναι κάτι παραπάνω από ένα μιούζικαλ.