Κωνσταντίνος Ρήγος – για την παράσταση «Φρουτοπία in concert & Onirama»

Συνέντευξη στον Θάνο Μπακρατσά

City Θεσσαλονίκης

 

- Πώς προέκυψε αρχικά η ιδέα της «Φρουτοπίας» του Ευγένιου Τριβιζά;

- Η ιδέα της «Φρουτοπίας» δεν προέκυψε από μένα αλλά από το Νέο Θέατρο, δηλαδή την Τζένη Χαλκιά, η οποία με κάλεσε να συνεργαστούμε και μου πρότεινε να σκηνοθετήσω και να χορογραφήσω τη «Φρουτοπία». Προσωπικά, τη «Φρουτοπία» δεν τη γνώριζα ιδιαίτερα, παρά μόνον σαν τίτλο και βασική ιστορία. Το έργο έχει μια παιδική ιστορία από πίσω, είναι γραμμένο σαν ένα παιδικό θέατρο, αλλά είναι ανεβασμένο σαν μια κανονική παράσταση που απευθύνεται και σε παιδιά αλλά και σε μεγάλους. Όταν διάβασα λοιπόν το κείμενο, είδα ότι έχει πολύ υλικό για να προχωρήσεις, όπως προχωράω στις παραστάσεις του Χοροθεάτρου, και έφτασαν να γίνουν πολλά πράγματα. Η ιδέα ότι θα είναι με βίντεο απ’ την αρχή, με τους σκηνικούς χώρους, με ζωντανή μουσική, με αυτό το χώρο, ένα μικρόφωνο και όλα αυτά, ήταν η πρώτη μου ιδέα και πάνω σ’ αυτή λειτουργήσαμε.

- Η ιδέα ν’ ανέβει στο Μύλο;

- Ήταν του Μύλου. Πριν είχαμε και εμείς μια ιδέα ότι αυτό, όταν πια ξεκίνησε και προχώρησε, θα ’χε ενδιαφέρον να γίνει βράδυ σ’ ένα χώρο άλλο, «μακρινό» από τον αρχικό του. Έτσι ήρθαν και μας το πρότειναν. Ήταν ένας μεγάλος δρόμος για να γίνει, γιατί υπήρχαν πολλές δυσκολίες αλλά στην πραγματικότητα φτάσαμε στο τέλος και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

- Το δέσιμο μετά με τους Onirama, πώς προέκυψε;

- Η μουσική της παράστασης ξέραμε ότι ήταν καλή. Το συζητήσαμε με τον Γιώργο (Βασκαρίδη) και είπαμε ότι αν μια ζωντανή ορχήστρα το παίξει αυτό, αμέσως θ’ ανέβει πάρα πολύ, θα δώσει καλύτερη αίσθηση και ιδίως, αν το παίξεις σ’ ένα club. Συζητήσαμε και με το Μύλο και πραγματικά σκεφτήκαμε τους Onirama και ευθύς τους συναντήσαμε. Ήταν ιδιαίτερα ενθουσιώδεις απ’ την αρχή, είχαν δει κι εκείνοι την παράσταση, τους άρεσε και μπήκανε πολύ ζεστά στο θέμα. Νομίζω πως, αν πραγματικά γίνει και κάτι άλλο στο μέλλον και ξαναδουλέψουμε μαζί, θα τους δούμε να παίζουν και θέατρο. Είναι πολύ διεισδυτικοί σ’ αυτό που κάνουν και το κάνουν με πολύ κέφι. Την ενισχύουν την παράσταση, με την έννοια ότι η ζωντανή μουσική πάντα είναι ένα πολύ μεγάλο κέρδος σε μια παράσταση κι έτσι αυτή έχει και μεγαλύτερο μέγεθος. Πόσο μάλλον όταν είναι μια τέτοια μουσική που είναι, για να παίζεται από μια τέτοια μπάντα.

- Τι το διαφορετικό έχει αυτή η παράσταση από εκείνη του Νέου Θεάτρου;

- Είναι πολύ μεγάλη. Παίζεται μέσα στο χώρο αυτό, υπάρχει μπάντα, οι ηθοποιοί παίζουν με μικρόφωνο σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, παίζουν ανάμεσα στους θεατές που πίνουν το ποτό τους. Ο ήχος είναι πολύ διαφορετικός, οι χορογραφίες είναι τελείως διαφορετικά φτιαγμένες στο χώρο. Δεν έχει καμία σχέση, παρότι ο βασικός σκελετός είναι ο ίδιος και τα ίδια πράγματα συμβαίνουν – απλά με διαφορετικό τρόπο.

- Τα χαρακτηριστικά αυτής της παράστασης;

- Είναι ένα μιούζικαλ που δανείζεται σοιχεία από την επιθεώρηση, το καμπαρέ και την αισθητική του stand-up comedy. Δίνει το μικρόφωνο και θέλει να συμμετάσχει το κοινό και αν τα καταφέρει, θα είναι κέρδος. Η παράσταση αναμειγνύει όλο το στιλ του θεάτρου μ’ ένα μαγικό τρόπο. Για μένα είναι έκπληξη ότι λειτουργεί αυτή η παράσταση, μια παιδική ιστορία σ’ ένα «άγριο» χώρο της νύχτας. Στην ουσία της και μόνο γι’ αυτό, είναι ανατρεπτική.