Κωνσταντίνος Ρήγος - ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΙΓΚΟΡ

του Σταύρου Πανούση

Ραδιοτηλεόραση

 

            Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, χορογράφος – χορευτής και «ψυχή» της ομάδας Οκτάνα που τάραξε πριν από μερικά χρόνια τα νερά της ελληνικής χορευτικής σκηνής, έκλεισε πρόσφατα τέσσερα χρόνια παραμονής στο τιμόνι του Χοροθεάτρου του ΚΘΒΕ και ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει τη Θεσσαλονίκη την άνοιξη με την παράσταση Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Λίγο πριν επιστρέψει στην Αθήνα, ο γνωστός χορογράφος κάνει τον απολογισμό μιας δημιουργικής τετραετίας στη συμπρωτεύουσα.

- Κ. Ρήγο η παράσταση Igor, που ξανανεβαίνει στο Βασιλικό είναι η συγκεφαλαίωση της χορογραφικής σας διαδρομής;

- Ναι, μ’ έναν τρόπο προσπάθησα να εντάξω το πώς έχω χορογραφήσει όλα αυτά τα χρόνια, κυρίως την Ιεροτελεστία της Άνοιξης, ένα έργο διάσημο που διατηρεί τη λάμψη του ως ιδέα, μουσική, κατάσταση. Το πρώτο μέρος, οι Γάμοι, είναι μια παλιά χορογραφία μου του ’93, που κρατάει τις καταβολές της από εκείνη την περίοδο χορογραφικά και στυλιστικά, είναι αυστηρά οργανωμένη, κάτι που δοκίμασα μόνο μια φορά ακόμα στο παρελθόν. Με τον Igor, θέλησα να κάνω ένα διάλειμμα από τις μεγάλες conceptual παραστάσεις κάνοντας κάτι απλούστερο, με τις δικές του δυσκολίες όμως.

- Ποιο είναι το τοπίο του χορού στη Θεσσαλονίκη;

- Στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει χορός, υπάρχουν κάποια πρόσωπα που προσπαθούν, αλλά δεν έχουν τις δυνατότητες ούτε τη βοήθεια που χρειάζεται. Γιατί χρειάζονται περισσότερα πράγματα από 2-3 χορευτές για να δημιουργήσεις μια ομάδα. Το Χοροθέατρο είναι μια πολύ οργανωμένη κατάσταση, με 12 χορευτές που γυμνάζονται, δουλεύουνε και πληρώνονται όλο το χρόνο, ζουν απ’ τη δουλειά τους και την τέχνη τους. Μοναδική συνθήκη στην Ελλάδα, που μόνο με την ΕΛΣ συγκρίνεται, με την οποία έχουν πολύ διαφορετική ιδεολογική τοποθέτηση και προσανατολισμό.

- Πέρα από το χορό, ασχολείστε με τα εικαστικά, συμμετέχετε σε περιοδικό της πόλης, σκηνοθετείτε φέτος για πρώτη φορά παιδικό θέατρο. Πώς προκύπτουν όλα αυτά;

- Όταν ήρθα στην Θεσσαλονίκη έπρεπε να φτιάξω έναν καινούργιο κόσμο. Γνώρισα καινούργιους φίλους και μέσα απ’ αυτό μου έγιναν διάφορες προτάσεις. Τα βίντεο και οι φωτογραφίες που έκανα ήταν ευκαιρία ν’ ασχοληθώ επιτέλους με τον εαυτό μου, να ελέγχω απολύτως το αποτέλεσμα και να προτείνω τα έργα τα οποία γουστάρω πολύ, χωρίς να με νοιάζει αν πετυχαίνουν ή όχι. Στα περιοδικά, πάλι, έκανα το somart, γυμνές φωτογραφήσεις μου σε δημόσιους χώρους – χρησιμοποιώ έτσι κι αλλιώς το γυμνό στη δουλειά μου – ενώ στην πορεία θυμήθηκα να φωτογραφίζω και, δεδομένης της αγάπης μου στη μόδα, άρχισα να στήνω τα concept της μόδας. Η Φρουτοπία είναι μια πολύ διαφορετική παιδική παράσταση σε δικό μου στιλ. Αγαπώ το θέατρο, αλλά λόγω έλλειψης χρόνου συνεργάστηκα με άλλους στα επιμέρους κομμάτια της σκηνοθεσίας. Όταν δεν είσαι αναγκασμένος να τρέχεις όλη μέρα για λεφτά για να στήσεις μια παράσταση, ανακαλύπτεις ότι η αρχή και το τέλος του κόσμου δεν είναι ο χορός.

- Ξαφνιάσατε με τη χορογραφία για νυχτερινό κέντρο το καλοκαίρι.

- Δεν είναι χορογραφία σε νυχτερινό κέντρο, είναι η ανάληψη των καθηκόντων της δημιουργίας της εικόνας της Πέγκυς Ζήνα. Το image making αυτής της λαϊκο-ποπ τραγουδίστριας. Σχεδίασα συνολικά το πώς βγαίνει προς τα έξω. Πώς εμφανίζεται στο πρόγραμμα, στα βιντεοκλίπ, στην τηλεόραση, στις συνεντεύξεις, τις αφίσες, στο εξώφυλλο του CD, τα πάντα, ενώ δεν έχω κάνει ακόμα καμιά χορογραφία. Δεν μ’ ενδιαφέρει να χορογραφήσω για τα μπουζούκια και θεωρώ πως όσοι το επιχειρούν κάνουν λάθος, αυτές οι προσμίξεις γεννούν τέρατα.

- Μα και στη δική σας χορογραφική δουλειά οι προσμίξεις δεν απουσιάζουν…

- Ο τρόπος με τον οποίο χορεύουν οι χορευτές μου είναι ο δικός μου τρόπος. Αφού παίρνουν τις χορογραφίες που εγώ ετοιμάζω σε βίντεο ή με άλλο τρόπο και τις μαθαίνουν, χορεύουν αυτό που εγώ μπορώ να χορέψω. Κινησιολογικά σε όλες τις δουλειές μου έχουν το δικό μου στιλ. Αυτό που αλλάζει πάρα πολύ σε κάθε παράσταση είναι η εικόνα.

- Πώς βρήκατε τον χορό, όταν «μπήκατε στο χορό» πριν από 15 χρόνια και πώς είναι τώρα στην Ελλάδα;

- Τότε υπήρχαν κάποιοι χορογράφοι, οι οποίοι μας χρησίμευσαν σαν βάση, όπως οι Χάρης Μανταφούνης, Λία Μελετοπούλου, Μαίρη Τσούτη, αλλά τα πράγματα ήταν φλου, δεν ήταν ακριβώς προσδιορισμένα. Ήταν πολύ εύκολο για μας, τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τους Sinequanon, τον Κωνσταντίνο Μίχο, εμένα, να ξεκλειδώσουμε μια πόρτα, να βρεθούμε σ’ ένα γήπεδο ανοιχτό, να το χωρίσουμε στα 5 και να κάνουμε ό,τι ήθελε ο καθένας, χωρίς να ξέρουμε. Στου κασίδη το κεφάλι μάθαμε χορό. Γι’ αυτό και προσδιορίσαμε τον χορό στην Ελλάδα με τόσο συγκεκριμένη και διαφορετική αισθητική ο καθένας. Οι νέοι σήμερα πρέπει να αντιπαρατεθούν με τη δουλειά μας ή να την ακολουθήσουν. Παράλληλα, τα πράγματα με τα Φεστιβάλ έχουν ανοίξει πολύ, έχουμε άμεση πληροφόρηση για το τι γίνεται στο εξωτερικό. Όμως δεν τολμούν. Εμείς ήμαστε πολύ πιο τολμηροί και αποφασισμένοι. Προσωπικά, είχα πολύ περισσότερο θράσος παρά γνώση.

- Η προσωπική σας ομάδα, η Οκτάνα, έχει τελειώσει διά παντός;

- Η παλιά της εποχή σίγουρα. Επιστρέφοντας στην Αθήνα θέλω να βρω τον τρόπο να στήσω την Οκτάνα από την αρχή, με νέους χορευτές που θα μου δώσουν τη δύναμη να ξεκινήσω πάλι, αλλά μ’ έναν τρόπο υγιή. Έχοντας την πολυτέλεια να κάνω μόνο αυτό που θέλω.