Όσο υπάρχει έμπνευση

Της Μίας Κόλλια

Κλικ, Μάϊος 2003

 

            Δραστήριος άνθρωπος, δημιουργικός νους, ταλαντούχος καλλιτέχνης. Ο χορογράφος και χορευτής Κωνσταντίνος Ρήγος παρουσιάζει τη νέα παραγωγή «Ο Ταξιδιώτης του Χειμώνα» που ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη – και προσδοκούμε να έρθει κάποτε και στην Αθήνα.

            «Η ιδέα ξεκίνησε από το ομώνυμο έργο του Σούμπερτ. Μια μουσική πένθιμη, της μοναξιάς, λίγο σκοτεινή – αυτή που λέμε της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Το έργο είναι βαθιά πολιτικό χωρίς αυτό να φαίνεται άμεσα. Είναι συγκλονιστικό πόσα πράγματα αναγνωρίζεις σε σχέση με τη φρικιαστική κατάσταση του κόσμου τη δεδομένη στιγμή. Δεν είχαμε προγραμματίσει τίποτε σχετικό απλώς γιατί τον Ιανουάριο που ξεκινήσαμε το έργο δεν είχε αρχίσει η επίθεση το Ιράκ. Είδαμε στην τηλεόραση τους αυτοσχεδιασμούς μας στις πρόβες».

            Ένα ταξίδι λοιπόν εσωτερικό: «Αναζητώ τον ταξιδιώτη, όχι το ταξίδι. Χάρτης είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Αποκρυπτογραφούνται διάφορες σκέψεις του, αισθήσεις του για το τι μπορεί να είναι χειμώνας, τι μπορεί να είναι το λευκό, τι μπορεί να είναι η μοναξιά και κάποια πράγματα που έχουν σχέση με τα ποιήματα και προκαλούν διαφορετικές και ενδιαφέρουσες ατμόσφαιρες, όπως για παράδειγμα είναι η εγκατάλειψη, βασικό θέμα του έργου. Αυτός ψάχνει πάντα την αγαπημένη του, που δεν τη βρίσκει και μένει μόνος».

            Το υλικό από τις 15 πρώτες πρόβες που δεν αφορούσαν το κινησιολογικό αλλά το ιδεολογικό και δραματουργικό μέρος δημιούργησαν μια άλλη, πρώτη παράσταση, το «Χειμωνιάτικο Ταξίδι», που θα παίζεται ως το Πάσχα στη Θεσσαλονίκη.

            Στο τρίωρο νέο του έργο, στον «Ταξιδιώτη του Χειμώνα», υπάρχουν τρεις διαφορετικές γραμμές μεταμόρφωσης των χορευτών, από το φυσιολογικό ως την απογύμνωση: «Το γυμνό είναι ελάχιστο και χρησιμοποιείται με την αντίθετη έννοια από αυτή των προηγούμενων έργων, για να δείξει την ντροπή δηλαδή. Όλη η παράσταση αποδεικνύει το πόσο “κρατημένα” είναι τελικά τα πράγματα». Μια αντίθετη πρόταση από αυτές που έκανε στο παρελθόν. Ενώ τα προηγούμενα έργα του Κωνσταντίνου έπαιζαν με την ειρωνεία, τη σάτιρα και το ψεύτικο γκλάμουρ, αυτό είναι καθαρά μεταφυσικό. Είναι φτιαγμένο σαν μια φτωχή τέχνη, με φυσικά υλικά και μόνο, με ρούχα πρόβας – το βασικό θέμα είναι οι στοίβες από εφημερίδες. Χορός, τραγούδι, έντονη δραματουργία με την έννοια ότι υπάρχει ένας αφηγηματικός ιστός που είναι αφηρημένος μεν αλλά δημιουργεί μια κατάσταση. Υπάρχει κείμενο που το λένε οι χορευτές – π.χ. είναι μια κοπέλα ξαπλωμένη στο πάτωμα με ένα μικρόφωνο και ουσιαστικά απευθύνεται στο φίλο της. Υποτίθεται ότι είναι ξαπλωμένη και δεν αντέχει την αναπνοή του, πνίγεται. Σαν να του λέει «πήγαινε λίγο πιο κει γιατί θέλω το χώρο μου». Πίσω της οι υπόλοιποι χορευτές δημιουργούν ένα τείχος. «Στο τέλος βλέπουμε ένα πάρτι με μπαρόκ κοστούμια και μακιγιάζ και μουσική από ένα μείγμα Σούμπερτ, Δημοσθένη Γρίβα, ενός νέου μουσικού από τη Θεσσαλονίκη, και Ρόμπι Γουίλιαμς. Κάτι αναπάντεχο που λειτουργεί μαγικά».

            Το έργο φέρνει σε αντιπαράθεση την ποπ κουλτούρα με την Αναγέννηση: «Οι πρωταγωνιστές είναι μεν ντυμένοι και βαμμένοι μπαρόκ αλλά φοράνε αθλητικά παπούτσια – το έργο δηλαδή είναι εκσυγχρονισμένο σε λεπτομέρειες. Αυτή η αντίφαση και η σύγκλιση του σήμερα. Συμβαίνει και στην καθημερινότητά μας αυτό. Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια αίσθηση “μικρού” και “μεγάλου” μεγέθους. Κάνουμε μια πασαρέλα για παράδειγμα, όπου βλέπεις τα πιο σαχλά υλικά, όπου τα πρόσωπα σε αυτή την υψηλή ραπτική καταλήγουν σε τέρατα. Είναι ζώα, δεν είναι άνθρωποι – όπως ακριβώς συμβαίνει και στις πασαρέλες σήμερα».

- Πώς γίνεται η σύλληψη από ένα δημιουργό;

- Πρόκειται για τυχαίο γεγονός. Όπως είναι η ζωή μου. Το καθετί συντελεί στη δημιουργία. Όλα μοιάζουν να συμβαίνουν για ένα σκοπό. Το πιο απλό δηλαδή, ότι πήγα στην Εφορία την προηγούμενη εβδομάδα και είδαν έναν άνθρωπο να περιμένει στη γωνία, κάτι μου έκανε και μπορεί να το εντάξω στην παράσταση με κάποιο τρόπο. Ό,τι αφουγκράζομαι και βιώνω γίνεται αμέσως δημιουργικό και λειτουργικό. Μου αρέσει ας πούμε να σκίζω περιοδικά, από μικρός το έκανα. Άλλωστε ήμουν πολύ κλειστός ως έφηβος, εσωστρεφής, δεν είχα φίλους ούτε παρέες. Μάλλον το αντίθετο από αυτό που μοιάζω να είμαι σήμερα, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι έχω γίνει αληθινά εξωστρεφής. Σκέψου λοιπόν ότι είχα όλους τους τοίχους του σπιτιού μου καλυμμένους με φωτογραφίες, ένα κολάζ. Αυτές που κρατούσα τις είχα βάλει σε άλμπουμ, δεν τις έκανα τίποτε ωστόσο κάποια μέρα, όταν τα ξεφυλλίζω γιατί ψάχνω ένα ρούχο ή οτιδήποτε, βρίσκω κάτι που, ανάλογα με τη διάθεσή μου, την ψυχολογική και δημιουργική μου κατάσταση, μου χρησιμεύει. Όταν έκανα την «Τρελή Ευτυχία» έψαχνα σαν τρελός να βρω το φινάλε. Είμαι λοιπόν σε ένα χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν με φίλους, όπου μια φίλη μου χαρίζει σε μια άλλη ένα πλαστικό παγονάκι που έπαιζε τη μουσική του «Lampada». Και εκεί λέω, «να το τέλος. Πολλά παγονάκια που παίζουν το «Lampada», που πολλαπλασιασμένο κάνει τον ήχο του ασθενοφόρου». Και επειδή τα παγονάκια είχαν όλα ένα φωτάκι, έμοιαζαν το καθένα με ένα ασθενοφόρο. Ο χορός ούτως ή άλλως έχει άλλη σημασία κάθε φορά που τον βλέπεις.

- Σε τι υστερεί η Ελλάδα στον χορό;

- Στην Ελλάδα φταίει η έλλειψη χορογράφων, ανθρώπων που θα υπηρετήσουν κάτι συγκεκριμένο. Ο Παπαϊωάννου το έκανε αυτό. Ή ο Μπεζάρ π.χ. μπορεί να μη σου αρέσει καθόλου, αλλά έχει ένα κονσεπτ και το υπηρετεί απόλυτα μέχρι τέλους. Ήθελε να αποθεώσει το σώμα, την κίνηση και το έκανε τέλεια. Δεν υπάρχει στην Ελλάδα δομή και παράδοση. Σποραδικά γίνεται ό,τι γίνεται. Είναι τρομερό το ότι όσες παραστάσεις έχουμε κάνει στο εξωτερικό είναι πολύ πιο επιτυχημένες από αυτές που έχουμε κάνει στην Ελλάδα.

- Πότε μετακομίσατε στη Θεσσαλονίκη;

- Πριν από δύο χρόνια ως καλλιτεχνικός διευθυντής του χοροθεάτρου του ΚΘΒΕ μετακόμισα στη συμπρωτεύουσα με τους χορευτές μου που μετά τη σύμπραξη συνεργασίας απορροφήθηκαν από εκεί αλλά έχουν την ελευθερία να λειτουργούν και στην ΟΚΤΑΝΑ μεμονωμένα.

- Θεσσαλονίκη ή Αθήνα;

- Στη Θεσσαλονίκη είναι πιο ακομπλεξάριστοι οι άνθρωποι, σου λένε ανοιχτά αυτό που σκέφτονται. Στην Αθήνα δεν μου έχει μιλήσει ποτέ κανείς στο δρόμο. Με ρωτάνε «Πώς έχουμε καταφέρει και σας κρατάμε; Τι σας έχει πείσει και κάθεστε;», θεωρώντας το δύσκολο, ενώ εγώ το θεωρώ τιμητικό. Η ζωή μου εκεί είναι πιο ήσυχη. Μου λείπει η Αθήνα, οι φίλοι μου, αλλά ζω πιο καλά. Μένω σε ένα ωραίο σπίτι, έχω κάνει καινούριους φίλους, είμαι ευχαριστημένος από την ποιότητα ζωής. Είναι ίσως πιο δύσκολα για τη δουλειά – στην Αθήνα δεν έδινα λογαριασμό σε κανένα με την ΟΚΤΑΝΑ, ενώ εδώ πρέπει να περάσουμε συμβούλια, εγκρίσεις κτλ.

            Χόρευε από μικρός – «αν και ήθελα να γίνω τραγουδιστής, ίσως γι’ αυτό στην περσινή παράσταση τραγούδησα κιόλας», ομολογεί γελώντας.

            Έχει κάνει τα πάντα όσον αφορά το θέαμα – θέατρο, τηλεόραση, Επίδαυρο, φωτογραφία -, έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν τους έλληνες σκηνοθέτες, οπότε η πείρα του είναι τεράστια: «Δεν πιστεύω τελικά ότι αυτό που κάνουμε αξίζει πραγματικά. Εννοώ ότι είναι ένας τρόπος για να εκφραζόμαστε, για να περνάμε καλά, με πολλές δυσκολίες μεν αλλά είμαστε πολύ τυχεροί. Αν δεν το κάνω όμως, δεν τρέχει και τίποτε, δεν θα πεθάνω. Είναι η προσωπική χαρά της επικοινωνίας με εσένα, με τον άλλο, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό που κάνω θα αλλάξει τον κόσμο. Άλλωστε το βλέπουμε, δεν αλλάζει και τίποτε».

            Τον ενδιαφέρει η λεπτομέρεια: «Αυτό καταντάει διαστροφή πια. Ακόμη και για να ανοίξουν τα φώτα της παράστασης πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, όχι απλώς για να καλύψουν κάτι. Και με τη μουσική το ίδιο, αν δεν βρω το λόγο χορεύουμε στη σιωπή. Για τα ρούχα μπορεί να κάνω τριάντα εκδοχές για να καταλήξω σε μία. Έτσι και με τους χορευτές, μοιάζει ότι αυτοσχεδιάζουν ενώ τίποτε δεν είναι στην τύχη. Για να φαίνεται πως ό,τι βλέπεις γεννιέται εκείνη τη στιγμή».