Η τέχνη του εντυπωσιασμού - Καταιγισμός εικόνων από τον Κωνσταντίνο Ρήγο στο κάστρο της Καλαμάτας

Του Γ. Δημητρακόπουλου

Επικαιρότητα, 23 Ιουλίου 2004

 

            Δυνατή μουσική, χορευτές που κινούνται με ταχύτητα σχηματίζοντας ένα νοητό τετράγωνο, σιωπή, τηλεόραση, ποπ – κορν, μονότονη απαγγελία εφημερίδας, μανταλάκια στο πρόσωπο, πτώση, πλαστικό αεροπλανάκι με φώτα, φελιζόλ, μοναξιά, ασυνάρτητα κοστούμια, παραμορφωμένος Σούμπερτ, ακρωτηριασμένες κινήσεις, κλουβιά με πάπιες, καναπέδες και πολυθρόνες, νέοι με πάνες ακράτειας, καραόκε σε τραγούδια του Ρόμπι Γουίλιαμς, αλαζονεία, πανκ ύφος, τοίχος και ταβάνι από λάμπες φθορίου, στρώματα ύπνου, δόξα, βροχή από εφημεριδοκομφετί, σταθερέ δόσεις γυμνού, λάμψη, ζέβρες σε βιντεοπροβολή, λέξεις, επιθυμία και ανυπαρξία ηδονής, ζωή που λείπει. Ο «Ταξιδιώτης του Χειμώνα» του Κωνσταντίνου Ρήγου τα είχε όλα και εντυπωσίασε το κοινό του 10ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας, στην παράσταση της Τετάρτης στο αμφιθέατρο του κάστρου.

            Το γυμνό, η ματαιοδοξία, η πρόκληση, η μοναξιά και η επιβίωση της ζωής μόνο στην καθημερινότητα της επιβίωσης αποτελούν σταθερά σημεία αναφοράς για τον χορογράφο και σκηνοθέτη του χοροθεάτρου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Ο «Ταξιδιώτης του Χειμώνα», το έργο του Κωνσταντίνου Ρήγου, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2003 και αφού ταξίδευσε από το Μαυροβούνιο έως το Τελ Αβίβ, συμπληρώνοντας πάνω από 50 παραστάσεις έκλεισε τον κύκλο του στο Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας.

            Οι εικόνες της παράστασης θυμίζουν πλάνα κινηματογραφικής ταινίας που, μέσα από επαναλαμβανόμενα μοτίβα, επιχειρούν να εισχωρήσουν στην εμπειρία ενός μοναχικού ταξιδιώτη. Ωστόσο τα ερωτήματα ως προς την τελική έκβαση του εγχειρήματος παραμένουν. Η πληθώρα των ερεθισμάτων και ο καταιγισμός εικόνων, που δέχεται ο θεατής, εντυπωσιάζουν αλλά, δεν μπορούν παρά να στοχεύουν μόνο στο υποσυνείδητο, ενώ η διαδοχή των σκηνικών καταστάσεων φαίνεται χαοτική έως υπερβολική σε σημεία.

            Σε μια πρώτη ματιά όλα διαδραματίζονται τον χειμώνα, με τα κοστούμια να αναδεικνύονται σε κεντρικό στοιχείο της παράστασης, καθώς ο Διονύσης Φωτόπουλος, που υπογράφει σκηνικά και κοστούμια, επιδρά καταλυτικά στο χορευτικό δρώμενο.

            Μετά το τέλος της παράστασης συναντήσαμε τον σκηνοθέτη και χορογράφο της παράστασης, Κωνσταντίνο Ρήγο, ο οποίος και μας εξέθεσε την οπτική του για τον «Ταξιδιώτη του Χειμώνα», καθώς και για τον σύγχρονο ελληνικό χορό.

            «Ο σύγχρονος ελληνικός χορός έχει διάφορους ιούς»

- Έχεις δηλώσει ότι η συγκεκριμένη παράσταση είναι ό,τι πιο σημαντικό έχεις κάνει μέχρι σήμερα και ότι πρόκειται για μια διαφορετική πρόταση, ένα άλλο είδος χοροθεάτρου. Τι ακριβώς πιστεύεις ότι την κάνει διαφορετική;

- Καταρχήν ότι είναι βγαλμένη μέσα από μια μεγάλη διαδικασία αυτοσχεδιασμών, διαφόρων πραγμάτων και ιστοριών των παιδιών, που οδήγησαν σε μια κατάσταση και σωματική αλλά και ψυχική, ούτως ώστε να μπορούν αυτό το πράγμα, που γίνεται στην παράσταση, να είναι δικό τους και αληθινό. Και νομίζω ότι αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, ότι οι χορευτές δεν έχουν βγει απλά και κάνουν πέντε βήματα, αλλά ζουν αυτή την κατάσταση.

            Από την άλλη, αυτό που με ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι το πώς εναλλάσσεται ο ρυθμός της παράστασης ανάμεσα στον χορό, το θέατρο, τα εικαστικά, το τραγούδι και σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης, πως παίζει στις ισορροπίες ανάμεσα στον γρήγορο και αργό χρόνο, πως οι εικόνες αδειάζουν και γεμίζουν και πως όλο αυτό αποκτά μια μουσικότητα και τελικά γίνεται ένα σύνολο. Είναι μια παράσταση συνειρμική, που δεν έχει να κάνει με την αφήγηση μιας ιστορίας, αλλά που στη πραγματικότητα τελικά λέει μια ιστορία.

- Με ποιον τρόπο έχουν συμβάλει οι ίδιοι οι χορευτές στη χορογραφία;

- Έχουν συμβάλει όχι ίσως στη χορογραφία, όσο στην ιδέα της παράστασης και στην αίσθηση των πραγμάτων. Και ιδεολογικά έχουν τοποθετηθεί πάνω στο έργο. Και κινησιολογικά σε πολλά σημεία, αλλά πιο πολύ έχουν βοηθήσει στο όλο κόνσεπτ. Δηλαδή στο τι φέρουν, γιατί πολλά πράγματα είναι δικά τους, που τα έχουν κάνει μέσα από αυτοσχεδιασμούς. Από εκεί και ύστερα εγώ τα έχω χειρισθεί όπως ήθελα, τα έχω χορογραφήσει όπως ήθελα και έχουν βγει στην παράσταση με άλλον τρόπο.

- Πώς ήταν η συνεργασία σου στα σκηνικά και στα κοστούμια με τον Διονύση Φωτόπουλο;

- Η συνεργασία ξεκίνησε πολύ απλά. Παρακολουθούμε τις πρόβες και αποφασίζαμε από κοινού τι θέλουμε να κρατήσουμε και τι θέλουμε να διώξουμε. Ξέραμε αρχικά ότι θα είναι μια πολύ άδεια παράσταση, γιατί καταρχήν ήταν φτιαγμένη για πολύ μεγάλο χώρο, 20 επί 20 η διάσταση, οπότε πραγματικά υπήρχε η αίσθηση του άδειου. Μαζί αποφασίσαμε ότι δεν θα φορούν κοστούμια οι χορευτές, θα είναι απλώς με τις φόρμες στο πρώτο μέρος, για να δείχνει πραγματικά ότι δεν είναι χαρακτήρες, είναι άνθρωποι, είναι οτιδήποτε, ας πούμε, είναι μονάδες. Προσπαθήσαμε να φτιάξουμε αυτό το ταξίδι στη μοναξιά, στον χειμώνα και στον χρόνο. Με τον ίδιο τρόπο φτιάχτηκε και η μουσική της παράστασης. Δηλαδή και ο μουσικός ήταν εκεί και δούλευε τα κομμάτια πάνω στην πρόβα και έτσι χτιζόταν σιγά σιγά το κάθε κομμάτι.

- Ο σύγχρονος ελληνικός χορός, πιστεύεις ότι πάσχει από παιδικές αρρώστιες ή τις έχει ξεπεράσει;

- Κοίταξε έχει διάφορους ιούς… (γέλια), δεν ξέρω αν έχει παιδικές αρρώστιες. Νομίζω ότι είναι σε μια κρίσιμη φάση, δηλαδή από την άνοιξη βρισκόμαστε κάπου στο φθινόπωρο. Στο φθινόπωρο, όχι με την έννοια ότι πέφτει, απλώς είναι μια πιο βαριά ατμόσφαιρα. Αυτήν τη στιγμή νομίζω ότι, κάποιες ομάδες κάνουν την ενδοσκόπησή τους και αρχίζουν και βρίσκουν καινούριους δρόμους και το παρατηρούμε αυτό. Οι ομάδες που ψάχνουν αρχίζουν και ξεκαθαρίζουν και γίνεται πιο χαρακτηριστικό αυτό που κάνουν. Κάποιοι άλλοι αγωνίζονται να βγουν προς τα έξω και να δείξουν τη δουλειά τους, ίσως μερικές φορές σπασμωδικά, με αποτέλεσμα να μη λειτουργούν τα πράγματα με έναν ήρεμο τρόπο. Και βέβαια υπάρχουν πάρα πολλές δυσκολίες, οικονομικές και άλλες. Η αλήθεια είναι πως ο χορός στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ αβοήθητος και από την πολιτεία και από παντού. Παρ’ όλα αυτά νομίζω ότι πέντε άνθρωποι έχουν ξεχωρίσει και αυτό είναι σημαντικό. Δηλαδή αν σε μια χώρα υπάρχουν τέσσερις – πέντε ομάδες, οι οποίες φτιάχνουν ένα ύφος και ο κόσμος τις ακολουθήσει, τότε σιγά σιγά από αυτό θα προχωρήσουν και οι υπόλοιποι. Δηλαδή και εμείς όταν ξεκινήσαμε πριν από 13 χρόνια είχαμε 30 θεατές. Δεν είχαμε το μεγάλο κοινό. Αυτό ήρθε με τη δουλειά, αργότερα. Όποιος βιάζεται στην πρώτη παράσταση να έχει 500 άτομα κοινό, δεν θα τα καταφέρει ποτέ.

- Με ποιες εντυπώσεις σε αφήνει η σημερινή παράσταση;

- Για μας ήταν μεγάλο άγχος, μια παράσταση εσωτερικού χώρου να βγει σε ανοιχτό χώρο. Από εκεί και πέρα, πιστεύω ότι το κοινό της Καλαμάτας ήταν πάρα πολύ καλό και τρομερά θετικό, παρακολούθησε, καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, πολύ «κρατημένα». Αυτό το βλέπαμε και μας βοήθησε πολύ. Για μας ήταν μια πολύ ωραία βραδιά. Ήταν ωραίο τέλος.