«Δεν μετράει το ταξίδι, αλλά η εμπειρία»

«Ο ταξιδιώτης του χειμώνα» - Κωνσταντίνος Ρήγος

Από την Κάλλια Αναγνωστάκη

Ελεύθερος Τύπος, 20 Απριλίου 2003

 

            Τι φέρνει μέσα στην άνοιξη ένας «Ταξιδιώτης του Χειμώνα»; Αν μιλάμε για τον Κωνσταντίνο Ρήγο – γιατί σ’ αυτόν αναφερόμαστε – σίγουρα οτιδήποτε άλλο εκτός από μια παγωμένη αίσθηση στο κοινό των παραστάσεων του χοροθεάτρου του. Η ομώνυμη, νέα παραγωγή του – κάνει πρεμιέρα στο «Βασιλικό Θέατρο» της Θεσσαλονίκης στις 22 Μαΐου – ταυτίζεται, για τον ίδιο με την «ανάμνηση του χειμώνα, τη μοναξιά του σημερινού ανθρώπου, το πώς συμβιώνει με τους γύρω του χωρίς να έρχεται σε επαφή μαζί τους, το πώς αντιλαμβάνεται τον προσωπικό του προορισμό».

            «Προσωπικές διαδρομές»

Ο τίτλος, αναφορά στον κύκλο lieder του Σούμπερτ (Winterreise – χειμωνιάτικο ταξίδι), μπορεί να είναι παραπλανητικός. «Δεν είναι το ταξίδι που μετράει, αλλά ο ταξιδιώτης και η εμπειρία του», μας δηλώνει ο γνωστός χορογράφος. Άλλωστε η εμπειρία ήταν η πρώτη ύλη που εξερεύνησε μαζί με τους χορευτές του, μια εμπειρία που μεταδίδεται όχι εξομολογητικά, αλλά συναισθηματικά. Οι εικόνες της παράστασης που διαπερνώνται από επαναλαμβανόμενα οπτικά μοτίβα, εισχωρούν στην εμπειρία του ταξιδιώτη, που καθορίζεται από τη μοναξιά. Δεκατρείς χορευτές περνούν από διάφορα στάδια μοναξιάς, σε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, υπό παρακολούθηση ή ομαδικά. «Η παράσταση χωρίζεται σε θεματικούς άξονες», εξηγεί στο «Heart» ο Κ. Ρήγος. «Ο πρώτος αφορά στην προσωπική διαδρομή του καθενός, στο τι συναντά στο δρόμο του και ποιους καλεί να έρθουν κοντά του. Ο δεύτερος έχει τη μορφή προσωπικών μονολόγων του κάθε χορευτή ξεχωριστά. Ο τρίτος και πιο αφηρημένος, επιχειρεί μια αντιδιαστολή με την ποπ κουλτούρα, ενώ στον τελευταίο σκιαγραφείται ο κύκλος της ζωής, από τη γέννηση ως το θάνατο».

            «Κριτικάρουμε την καθημερινότητα»

Η παράσταση «κριτικάρει όλα τα επίπεδα της καθημερινότητάς μας με τρόπο μεταφυσικό. Δεν υπάρχει το στοιχείο της ειρωνείας και του σαρκασμού που κυριαρχούσε στις προηγούμενες παραγωγές μας». Κι αποτελεί από πολλές απόψεις μια νέα περίοδο στη δουλειά της ομάδας, η οποία επιδιώκει και μια διαφορετική σχέση με τους θεατές. «Όλοι, χορευτές και θεατές, είναι τοποθετημένοι πάνω στη σκηνή ενός βιομηχανικού, κάθε άλλο παρά γκλάμουρ σκηνικού», που δημιούργησε ο Διονύσης Φωτόπουλος, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φωτιστική του επένδυση. Τα ρούχα, αναγεννησιακά αλλά και σε γραμμή 60’s, είναι βασικά στοιχείο αυτής της παράστασης που εξερευνά, σε αντίθεση με παλαιότερες δουλειές του Κ. Ρήγου, τους βαθμούς κάλυψης κι όχι της αποκάλυψης του σώματος. […]