«Τίποτα δεν χαρίζεται»

Τα Νέα, Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 1996

Συνέντευξη στον Γιώργο Δ. Σαρηγιάννη

 

            Ιδέα δεν είχε από χορό. Ερασιτέχνης. Και ξαφνικά, το 1989, ο Κωνσταντίνος Ρήγος στρώνεται, ετοιμάζουν μαζί με μια κοπέλα ένα κομμάτι και έχει το «θράσος» να το παρουσιάσει στον Διαγωνισμό Νέων Χορογράφων που οργανώνει ο Δήμος Αθηναίων στη μνήμη της Ραλλούς Μάνου. Το κομμάτι περνάει στους τελικούς. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, ετών 22, έχει βρει το δρόμο.

            […] Δύσκολος ο χώρος του χορού. Στην Ελλάδα ειδικά, βουνό ψηλό και δύσβατο. Πώς τα κατάφερε; Ήταν οι συνθήκες ή η επιμονή του; «Κατ’ αρχάς για μένα ήταν θέμα ζωτικό. Ανακάλυψα ότι δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο. Μετά, αν μπεις στον χώρο με “τσαμπουκά” και έχεις και τύχη, τα πράγματα γίνονται ευκολότερα. Αλλά όση τύχη κι αν έχεις, όσες ευκαιρίες και αν σου δοθούν, αν δεν δουλέψεις, αν δεν σκοτωθείς στη δουλειά και αν δεν έχεις κάτι να πεις, κανείς δεν πρόκειται να ασχοληθεί μαζί σου. Τίποτα δεν χαρίζεται.

            Είναι πράγματι βουνό ψηλό ο χορός. Αλλά αν το πολιορκήσεις και το “κόβεις” σιγά σιγά από κάτω χαμηλώνει. Ο στόχος δεν είναι η κορυφή, αλλά κάπου να βρεις τη δικιά σου “σπηλιά”, τον χώρο σου στο “βουνό” αυτό. Τα πλούτη και τα μεγαλεία αποκλείεται να τα βρεις στον χορό. Το ξέρεις από την αρχή αυτό. Ειδεμή ξεκινάς σε λάθος βάση».

            Στην αρχή όλοι οι άνθρωποι του χορού ήταν πολύ καλοί μαζί του. «Ήταν μια πρόσοψη. Ανακάλυψα ότι τελικά δεν ήταν όλοι τόσο καλοί όσο έδειχναν. Μια γκρίνια βρήκα. Αυτή η γκρίνια, βέβαια, υπάρχει και στο θέατρο. Αλλά στον χορό είναι πολύ μίζερη. Γιατί, τι έχουμε εδώ να χωρίσουμε; Τίποτα! Κακά τα ψέματα. Αυτό που κάνουμε, στην Ελλάδα ούτε ρίζες είχε, ούτε παράδοση, ούτε κοινό».

            Ποια είναι τα θέματα που τον κεντρίζουν;

            «Εκείνο που με ερεθίζει είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούμε. Και το οποίο παραμένει αναλλοίωτο στους αιώνες. Μπορεί κάποτε να έγραφαν στις πέτρες και τώρα να γράφουμε στα κομπιούτερ, αλλά οι σχέσεις παραμένουν σχεδόν ίδιες. Ο χορός είναι άλλωστε τέχνη ανθρωποκεντρική. Γιατί στηρίζεται στο σώμα, άρα στον ψυχισμό του σώματος. Και αυτό έχει να κάνει με αρχέτυπα. Με τη ρίζα μας. Μου αρέσουν, λοιπόν, τα θέματα που έχουν μεγάλο “άνοιγμα”».

            Γι’ αυτό ακριβώς διάλεξε τώρα τον Ορφέα και την Ευρυδίκη. […]

«Η “ιστορία”, ο μύθος είναι μόνον η αφορμή. Έτσι γίνεται πάντα. Δεν με ενδιαφέρει να πω μέσα από τη δουλειά “μεγάλα πράγματα”. Ούτε ότι ένα και ένα κάνουν δύο. Εικόνες, απλώς, θέλω να φτιάξω, σκέψεις, κινήσεις που να μπορέσουν, αν μπορέσουν, να μιλήσουν στον θεατή».

            Ένα μείγμα εκρηκτικό

            «Σκέφτηκα τον Ορφέα και την Ευρυδίκη, όταν έκανα το “Δάφνις και Χλόη”. Γιατί είναι δύο ζευγάρι που το ένα σχετίζεται με τη ζωή και το άλλο με τον θάνατο». Ο χώρος του «Εμπρός» «ενεργοποίησε» το θέμα αυτό. Στο «σενάριο» του, που στήθηκε σε συνεργασία με τους συντελεστές της παράστασης – χορευτές, αλλά και ηθοποιούς αυτή τη φορά, «ένα μείγμα εκρηκτικό» - όλα γίνονται μέσα σ’ ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο στη Ηλύσια Πεδία. «Εκεί κατοικούν ναυάγια της ζωής που βιώνουν σαν παιχνίδι την ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης». Η μουσική που χρησιμοποίησε είναι από την ομώνυμη όπερα του Γκλουκ. «Δεν έχει τραγικότητα, αλλά μιαν “ελαφράδα”. Αυτό λειτούργησε θετικά. Γιατί η παράσταση έχει απόγνωση. Και αυτή η μουσική, με την “ελαφράδα” της, δημιουργεί μία ανατροπή. Ότι όλα αυτά θα μπορούσε και να μην είναι έτσι. Όπως και τελικά δεν είναι ακριβώς έτσι».

            Η παρουσία, η κουβέντα του βγάζουν μια δροσιά, μια λαγαρότητα, το βλέμμα του γελαστό, περιπαικτικό, ξύπνιο. Και ουσιαστικό. «Κλέβω από παντού», εξομολογείται. «Αυτή τη φορά με επηρέασε πάρα πολύ ο “Ορφέας”, του Κοκτό, η ταινία. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μεταφέρω αυτούσια στοιχεία. Αλλά με την έννοια πως ό,τι μπορεί να με κεντρίσει, γίνεται η αρχή για να γεννηθεί κάτι άλλο, κάτι καινούργιο».